Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Ποιος θα πει στην Ελλάδα που ξέραμε ότι ξοδεύτηκε;


Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου *

Μάλλον συγκλονισμένοι όσοι αντιλαμβάνονται  το πρόβλημα της Ελλάδας και όχι αποκλειστικά το πρόβλημα-Ελλάς, παρατηρούν να ανακυκλώνεται το αδιέξοδο ενός λαού, που έχασε τον μπούσουλά του, την στιγμή κατά την οποία ολοκληρωνόταν ο μύθος της ταυτότητάς του ως οργανικό τμήμα του πυρήνα της Νέας (μεταμοντέρνας) Τάξης στην Ευρώπη.



Με κόπο προσπαθήσαμε λίγοι άνθρωποι – κυρίως μέσω του διαδικτύου – να εξηγήσουμε ότι η Ελλάδα της μεταπολίτευσης του 1974 ναυάγησε συμβολικά στο Καστελόριζο και ουσιαστικά χρόνια πριν, καθώς δεν μπόρεσε η αστική τάξη της να την εντάξει στην ΕΕ ως εξειδικευμένο, ανταγωνιστικό παράγοντα. Εκεί κρίθηκε το μέλλον της χώρας με όρους ΕΕ, αλλά δυστυχώς ουδείς τολμά να εξηγήσει στον λαό το πρόβλημα. Βλέπετε, κάποιοι εμπορεύονται την παραμονή τους στα πράγματα, μοιράζοντας ανεδαφικές υποσχέσεις και μιλώντας διαρκώς για νέα «τελευταία ευκαιρία» για να αποκρύψουν το γεγονός ότι η Ελλάδα που ξέραμε ξοδεύτηκε. Ο μύθος του ευρώ όχι μόνον είναι αντιπαραγωγικός, όπως ήταν πάντα, αλλά απολύτως διασκευαστικός της πραγματικότητας. Πάνω σε αυτή την γενικευμένη παρεξήγηση στήθηκαν εκλογές και αναδείχθηκαν κυβερνήτες από την ίδια διαπλεκόμενη γέννα (πάστα) μεταπρατών που εμπορεύονται διαρκώς την ελπίδα για να μην χάσουν το προνόμιο ελέγχου του κράτους, που τους διασφαλίζει πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά.

Όλα (και όλοι) στην Ελλάδα γύρω από τον έλεγχο του κράτους περιστρέφονται και ας ομιλούν οι δυστυχείς κυβερνώντες το ιδίωμα της αγοράς. Και ας κατηγορούν τους αριστερούς ότι δήθεν θέλουν να καταλάβουν το κράτος επί του οποίου βυσσοδομούν οι ίδιοι. Πράγματι, μια μικρή μάλλον, αλλά σκοπίμως προβεβλημένη, μερίδα της αριστεράς, την κατάληψη του κράτους ονειροφαντάζεται, ώστε κατόπιν να εφαρμόσει την σοσιαλιστική πολιτική της, αλλά τούτο, εκτός από ιστορική φάρσα, αποτελεί και καλαμπούρι που εκμεταλλεύεται η ανεκδοτολογούσα κεντροαριστερά και κεντροδεξιά, όπως και οι επιτήδειοι εθνικόφρονες που εμπορεύονται τον ρατσισμό κάθε φορά που ο καπιταλιστικός μηχανισμός βρίσκεται σε κρίση και η οικονομία σε μετασχηματισμό με την κοινωνία σε απορρύθμιση. Και αυτοί την δουλειά τους κάνουν: τυφλώνουν τον κόσμο για να μην καταλάβει το πρόβλημα της Ελλάδας και αρχίσει να προσεγγίζει γνήσια πολιτικά λύσεις (δημοκρατικές). 

Το Πρόβλημα της χώρας είναι η παραγωγική της διάρθρωση κυρίως και δευτερευόντως οι παραγωγικές σχέσεις. Δεν είναι ζήτημα ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, αλλά παραγωγικής συγκρότησης της χώρας σε σχέση πάντα με την λειτουργία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η ιδιωτικοποίηση ή κρατικοποίηση της οικονομίας ποτέ δεν έλυσαν αυτομάτως δομικά προβλήματα παραγωγικής οργάνωσης, την οποία σήμερα πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει στο επίπεδο της παγκοσμιοποίησης. Το ζήτημα είναι ότι το παιχνίδι στην ΕΕ χάθηκε εξαιτίας δύο αλληλένδετων λόγων: (1) διότι η μοιραία αστική τάξη της χώρας μας δεν φρόντισε να διαπραγματευτεί από την αρχή την παραγωγική εξειδίκευση της χώρας με ανταγωνιστικούς όρους και την ενδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα στρατηγικών τομέων της οικονομίας ενώ (2) επεδίωξε την παράταιρη σε σχέση με την παραγωγική δομή της χώρας, ένταξή μας στην ευρωζώνη. Αυτά τα δύο θα ξόδευαν και τα ρέστα της Ελλάδας, εάν οι προστάτιδες δυνάμεις των Ελλήνων μεταπρατών και του πολιτικού μας συστήματος δεν συνέχιζαν με εντονότερο ρυθμό την χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική επιδότηση του αντιπαραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης της χώρας μας (με σημαντικό ρόλο στην παραοικονομία), που ωστόσο μείωνε αντί να αυξάνει την παραγωγικότητα και υπονόμευε την παραγωγή υπεραξίας, ενισχύοντας παράλληλα την παραγωγικότητα και παραγόμενη υπεραξία στις χώρας της βιομηχανικής οικονομικής ολοκλήρωσης (με εμφαντικό παράδειγμα την Γερμανία).  

Δηλαδή, ο μόνος τρόπος για «ευημερία» στην Ελλάδα ήταν μέρος των κερδών από την αύξηση της παραγωγικότητας στο βιομηχανικό κέντρο της ΕΕ, να μεταφέρεται στις αποβιομηχανοποιημένες χώρες, με εμφατικότερο παράδειγμα την δύστυχη Ελλάδα, που ζούσε στον κόσμο της με Ολυμπιάδες και αύξηση του ΑΕΠ από την καταναλωτική δραστηριότητα, την μεγέθυνση των ιδιωτικοποιημένων υποδομών και την οικοδομή. Έλα όμως που δεν υπήρχε, ούτε υπάρχει τέτοιος μηχανισμός αναδιανομής εντός της ΕΕ! Κάποιοι πονηρούληδες δικοί μας προφασίστηκαν ότι τον επιζητούν κατόπιν εορτής και απολύτως πρόστυχα (ευρωομόλογα για παράδειγμα, μετά την πτώχευση της χώρας μας), αλλά… Τέτοιου είδους αναδιανομή δεν θα μπορούσε να υπάρξει μέσω του παρόντος χρηματοπιστωτικού συστήματος και με τις ιδιωτικές τράπεζες στο ρόλο αναχρηματοδότησης και διαχείρισης του δημόσιου και εθνικού χρέος. Μόνο αν άλλαζε ρόλο και ΔΟΜΗ ο τραπεζικός τομέας στην ΕΕ θα υπήρχε τέτοια πιθανότητα, η οποία όμως με τα σημερινά δεδομένα της παραγωγικής πυραμίδας στην Ευρώπη ελάχιστα θα προσέφερε στον ελληνικό λαό, στον βαθμό που δεν ανατρεπόταν το συνολικό καθεστώς παραγωγικών σχέσεων στην ΕΕ. Σήμερα, μάλιστα, με την στρατηγική των μνημονίων η υποβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας λαμβάνει δραματικό χαρακτήρα, διαμορφώνοντας τις συνθήκες εκμετάλλευσης σε επίπεδο διομολογήσεων: η διαρκής αποτυχία στην επίτευξη των στόχων των μνημονίων οδηγεί στην παράδοση της διοίκησης στο κέντρο της ΕΕ και στα ολιγοπώλιά της, τα οποία, μέσω της ρευστοποίησης του ενεργητικού της χώρας και της θέσπισης ειδικών ζωνών εκμετάλλευσης, θα καταστήσουν την Ελλάδα το πρώτο μεταμοντέρνο προτεκτοράτο.

Πιστεύετε ότι υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα που θα τους εμποδίσει; Μην είστε αφελείς, φίλοι! Οι Έλληνες πτωχευμένοι μεταπράτες δεν έχουν σχέση με την βιομηχανική ελίτ άλλων μικρών χωρών της Δύσης, ούτε βέβαια με τους ολιγάρχες στην Τουρκία και άλλες χώρες της Ευρασίας ή της Νοτίου Αμερικής. Εδώ πρόκειται για κανονικούς τυχοδιώκτες που λαθροοικονομούν χρόνια, στηριζόμενοι στον έλεγχο των οργάνων του κράτους (κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα). Άμα κινδυνεύσουν υποστηρίζουν εμμέσως ή αμέσως χούντες και εισβολείς κάθε είδους, ξένους κατακτητές και τα πλέον κερδοσκοπικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Ακόμη και αν δεν υπήρχε τρόικα – που δεν υπήρχε – τούτοι ήταν ικανοί να την «εφεύρουν»! Πολιτικά πάντως, αυτούς συντηρήσατε ( άμεσα και δια της αποχής) στις εκλογές και το κρίμα στο λαιμό όσων το διέπραξαν από τα τρία τέταρτα της κοινωνίας. Για το υπόλοιπο ¼  κανένα πρόβλημα: έκαναν το ταξικό τους χρέος!

Μήπως πιστεύετε ότι πρόκειται ο λαός να επαναστατήσει για να φέρει την λαϊκή διακυβέρνηση, όπως ισχυρίζονται διάφοροι απίθανοι, πραματευτάδες της λαϊκής επανάστασης; Ούτε ακόμη για ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος των εργαζομένων δεν θα μπορούσε να μιλήσει σοβαρά κανείς. Για ριζοσπαστικοποίηση του ακροδεξιού λαϊκισμού, μάλιστα! Το τελευταίο δείχνει την ιδεολογική και πρακτική αναποτελεσματικότητα και στρέβλωση του πρώτου. Και ξέρετε γιατί; Διότι το πολιτικά/κομματικά κυρίαρχο κομμάτι της αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας συνέδεε την ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος με τον έλεγχο του κράτους από το Κόμμα, μη θέλοντας και ίσως μπορώντας να καταλάβει ότι ο γραφειοκρατικός σοσιαλισμός αυτοκαταστράφηκε, ο διπολισμός έσβησε και ο χειρώνακτας εργάτης ή αγρότης αντικαθίσταται ταχύτατα από την έξυπνη μηχανή. Η βιομηχανική επανάσταση βρίσκεται στο τέλος της, προκαλώντας περισσότερα κοινωνικά προβλήματα από όσα έλυσε. Το ζήτημα της μετανεωτερικότητας που συνδέεται με την μεταβιομηχανική εποχή των αυτοματισμών και της ρομποτικής, θέτει εντελώς νέα ζητήματα κοινωνικής και παραγωγικής οργάνωσης, που δεν αντιμετωπίζονται με την επαναστατική φιλοσοφία των δύο προηγουμένων αιώνων, πόσο μάλλον με τον αριστερισμό και την παραφιλολογία ενός επαναστατισμού δίχως επαναστατική, αλλά με συνδικαλιστική οργάνωση!

Η αριστερά ή θα ασπαστεί την βιοικονομία, κατανοώντας και υιοθετώντας παράλληλα θεσμούς ριζοσπαστικής δημοκρατίας και αντίστοιχης κοινωνικής οργάνωσης, ή θα δώσει ξανά την μπάλα στους ακροδεξιούς που σε συνεργασία με τους κεφαλαιοκράτες θα διαχειριστούν την συγκεκριμένη ηγεμονική-καπιταλιστική κρίση που βιώνει η Ελλάδα, όπως κατά το παρελθόν. Είναι αποκρουστική ιστορική φάρσα που θα κοστίσει ακριβά, αλλά τι να πει κανείς όταν βλέπεις κοινωνικά προοδευτικούς ανθρώπους να τρέφονται, επιχειρώντας να συντηρηθούν πολιτικά, με τα απόβλητα της εμπειρίας απελευθέρωσης κοινωνιών, κοινωνικών ομάδων (λαϊκών τάξεων) και χειραφέτησης ατόμων από την δυναστεία πολιτισμικών/οικονομικών μοντέλων της πατριαρχίας σε συνδυασμό με την καπιταλιστική εκμετάλλευση;

Το ιδεολογικό αδιέξοδο της αριστεράς, δεν λύνεται εύκολα και ούτε είναι της ώρας. Η αριστερά θα επανατοποθετηθεί ως ιδεολογία και πολιτική πρακτική όταν πλέον ο κόσμος θα έχει περάσει στο επόμενο στάδιο υπέρβασης της βιομηχανικής εποχής και των χαρακτηριστικών που ορίζουν τα μοντέρνα κράτη με την έννοια των Westphalian States. Μέχρι τότε όμως οφείλει, ξεφεύγοντας από τον εργασιασμό, να αντιμετωπίσει επιθετικά και όχι αμυντικά τις κρίσεις που προκαλούνται στο κεντρικό σύστημα διαχείρισης του καπιταλισμού και περιφερειακά ως μείζονες κοινωνικοοικονομικές κρίσεις, όπως σήμερα στην Ελλάδα. Οφείλει με μια κουβέντα, να προτείνει στην κοινωνία ένα εναλλακτικό ηγεμονικό μοντέλο, ώστε από την μία να παραμεριστεί η πολιτικοεπιχειρηματική τάξη των μεταπρατών που οδήγησαν στην χρεοκοπία, ενώ από την άλλη να αποφευχθούν η απόλυτη οικονομική καταστροφή και η προτεκτορατοποίηση της χώρας, όπως παράλληλα θα πρέπει να αποφευχθεί με δυναμικό τρόπο κάθε απόπειρα πραξικοπήματος με κοινοβουλευτικό ή όχι, μανδύα.

Το μόνο που θα μπορούσαν ρεαλιστικά να πράξουν οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου αυτή την στιγμή είναι να συγκροτήσουν έναν ταξικά συνειδητοποιημένο Πατριωτικό Μέτωπο, που θα επαναδομήσει το εθνικό συμφέρον και την ταυτότητα της χώρας σε αντίθεση με τις τρέχουσες επιλογές του διευθυντηρίου της ΕΕ και του χρηματοπιστωτικού λόμπυ. Αυτό απαιτεί συντονισμένη παρέμβαση όλων των αριστερών κινημάτων στην κοινωνία των πολιτών, όπως και αγώνα στο πλαίσιο του κοινοβουλίου και γενικότερα της πολιτειακής οργάνωσης. Η ακαδημαϊκή κοινότητα, οι επιστημονικοί φορείς και όσοι από τους διανοούμενους μπόρεσαν να αφυπνιστούν και να ξεκόψουν από την διαπλοκή, θα πρέπει να θέσουν τους εαυτούς τους στην διάθεση τούτου του αγώνα.

Η Ελλάδα, λοιπόν, καθώς δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, ούτε ασφαλώς μπορεί να βαδίσει στο πλαίσιο μνημονίων που δήθεν θα εξυγιάνουν την στρεβλή παραγωγική δομή της, ούτε να προσδοκά σε κάποιο γνωστό είδος σοσιαλιστικής επανάστασης, εξαιτίας αντικειμενικών λόγων και στις δύο περιπτώσεις, δεν έχει άλλο δρόμο να επιλέξει παρά εκείνον της παραγωγικής ανασυγκρότησης, εντάσσοντας τα εργαλεία του κεϊνσιανισμού σε μία μακρόπνοη βιοοικονομική στρατηγική. Τούτο μπορεί να μοιάζει, αλλά δεν αποτελεί κλασική σοσιαλδημοκρατική μεθοδολογία. Πρόκειται για ένα μεταβατικό, μάλλον πολιτικοοικονομικό μοντέλο, που υιοθετείται από τη νέα αριστερά στην Ευρώπη (από το DieLinke, έως τους ριζοσπάστες σοσιαλιστές στην βόρεια Ευρώπη) και την Νότιο Αμερική, καθώς και από κύκλους της αντικαθεστωτικής διανόησης στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Ρωσία και ίσως κάποιες ακόμη κρίσιμες για την διεθνή πολιτική, χώρες. Τα πακτωμένα συμφέροντα εντός του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας έχουν ασφαλώς κάθε λόγο να αγνοούν το πολιτικό περιεχόμενο αυτών των προσεγγίσεων, παρερμηνεύοντας μέχρις χυδαιότητας πολιτικές πρακτικές που προτείνονται σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, που αρνείται τόσο την δικτατορία των αγορών και την παραφιλολογία της αυτορρύθμισής τους, όσο και την δικτατορία του προλεταριάτου.

Προδήλως πρόκειται για εναλλακτικά ηγεμονικά μοντέλα και όχι αντι-ηγεμονικά, που ασκούν κριτική στον καπιταλισμό, όχι για να νομιμοποιήσουν μία θεϊκού χαρακτήρα σοσιαλιστική πορεία, αλλά για να αντιμετωπίσουν το δημοκρατικό παράδοξο εναρμονισμού της ισότητας με την ελευθερία στον κόσμο, βήμα-βήμα και με έγνοια το περιβάλλον και τις επόμενες γενιές. Πρόκειται για μια σύγχρονη πολιτική προσέγγιση που προτείνει πολιτικές δράσεις έχοντας υπόψιν την αρνητική εμπειρία της εξέλιξης του καπιταλισμού και την αρνητική εμπειρία του εγχειρήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Απ’ αυτό το ιδεολογικό πολιτικό πλαίσιο θα έπρεπε να εκκινεί η προσέγγιση της λύσης στο ελληνικό πρόβλημα. Παραγωγική ανασυγκρότηση με ανάπτυξη του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα σε ένα σύγχρονο ποιοτικό πλαίσιο με ανταγωνιστικούς όρους και με αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω, δεν μπορεί να γίνει όσο η χώρα είναι ενταγμένη στην ευρωζώνη και υπό τις ρυθμίσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ και των αναθεωρήσεών της. Το ευρωπαϊκό κέντρο κακομεταχειρίστηκε την Ελλάδα και η πολιτικοεπιχειρηματική τάξη της χώρας κακομεταχειρίστηκε και εξαπάτησε τον ελληνικό λαό στην δήθεν προσπάθεια ευρωπαϊκής σύγκλησης. Η ΕΕ ενίσχυσε την στρέβλωση της παραγωγικής δομής της χώρας, ενώ το άφθονο σκληρό ευρώ επιτάχυνε την διαδικασία υπερχρέωσης που οδήγησε στην χρεοκοπία. Τίποτα περίεργο και τίποτα οικονομικά μυστήριο, όπως καθόλου περίεργο δεν είναι που η πολιτικοεπιχειρηματική τάξη της χώρας επικεντρώθηκε στην «αρπαχτή» με το ευρώ, δίχως να νοιαστεί για την επόμενη μέρα.

Αυτή είναι η φύση της αστικής τάξης της Ελλάδας και τούτη η «ψυχολογία» της. Αυτοί απλώς μεσολαβούν σε ένα γενικότερο σύστημα εκμετάλλευσης του ελληνικού λαού, ως οιονεί εντολοδόχοι ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Κερδοσκοπούν με αλήτικο πνεύμα εντός της χώρας και αποθησαυρίζουν συνήθως εκτός αυτής. Κατόπιν η χώρα εισέρχεται στο φάσμα δραματικής κρίσης, στήνεται όπως-όπως ένα πραξικοπηματικό καθεστώς για να προλάβει κοινωνικές εξεγέρσεις και μετά έρχεται μία μεταπολίτευση που εναρμονίζει την καπιταλιστική μυθοπλασία με τον δημοκρατικό πολιτειακό μύθο. Και το τελευταίο ασφαλώς με συνταγματικές και εκλογικές δικλείδες ασφαλείας για το ανάρμοστο για ανεξάρτητη χώρα καθεστώς των διαπλεκομένων.

Αυτήν την εξέλιξη ο προοδευτικός κόσμος οφείλει να αντιμετωπίσει, αντιλαμβανόμενος ότι οι εποχές δεν ταιριάζουν με την συνηθισμένη λειτουργία της αντιπολίτευσης στο κοινοβούλιο και την εξ ίσου παραδοσιακή αντίδραση εργαζομένων και αγανακτισμένων με 24ωρες απεργίες και ευκαιριακές συγκεντρώσεις σε πλατείες. Και νάσου να ξεπροβάλλει και πάλι επιτακτική η ανάγκη για μια ειρηνική επανάσταση, την οποία, όμως, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν μοιάζει να νομιμοποιεί, καθώς η πολυδιάσπαση της αριστεράς μαζί με τον παραπλανητικό και απολιτικό εθνικιστικό λόγο, έδωσαν την ευκαιρία στην πολυδιάσπαση του μηνύματος αυτοκυβέρνησης και χειραφέτησης της ελληνικής κοινωνίας. Νάσου πάλι το πολιτικό αδιέξοδο! Να περιμένουμε, λοιπόν, την απόλυτη κατάρρευση του καθεστώτος, εάν και εφόσον οι ξένοι προστάτες του αποφασίσουν να το βγάλουν από τον αναπνευστήρα στερώντας του τα δανεικά; Ή δίχως επαναστατική οργάνωση να ξαμοληθεί ο κόσμος στους δρόμους και ό, τι προκύψει; Καθεστώς πολιορκίας θα προκύψει, είτε στην μία περίπτωση, είτε στην άλλη. Και χούντα θα φέρει ξανά στην χώρα το καθεστώς των διαπλεκομένων, εάν δεν υπάρξει αμέσως συντονισμός όλων των αριστερών δυνάμεων και της προοδευτικής κοινωνίας των πολιτών, στο πλαίσιο μιας παραγωγικής και κοινωνικής αναδιοργάνωσης, που πλέον θα μετατρέπει την εξαίρεσή μας εντός της ΕΕ σε αυτόνομη πορεία. Το παιχνίδι της Ελλάδας εντός της ΕΕ έχει χαθεί έτσι κι αλλιώς.

Η όποια ελπίδα πλέον βρίσκεται αντικειμενικά εκτός ΕΕ και αυτό θα μπορούσε να συμβεί με ειρηνικό τρόπο και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας κατανόησης με τους εταίρους μας, που θα επέτρεπε τις ομαλές πολιτικές εξελίξεις στην χώρα (κυβέρνηση εθνικής ενότητας, εκλογές, συντακτική εθνοσυνέλευση), με απόλυτη περιθωριοποίηση ασφαλώς της σημερινής πολιτικοεπιχειρηματικής τάξης. Σε άλλη περίπτωση θα βιώσουμε τραγωδία. Και τούτο δεν πρέπει να το επιτρέψει ο δημοκρατικός λαός της Ελλάδας. Ας προβληματιστούμε σχετικά, καθώς αν περιμένεις λύση από το σάπιο καθεστώς ή καταστρώνεις την αντίδρασή σου στο πλαίσιο της αντιπολίτευσης σε αυτό, χάθηκες! Δηλαδή, θα είναι σαν η προοδευτική κοινωνία, στην προσπάθειά της να σπάσει τις αλυσίδες της, να τυλιχθεί ακόμη πιο πολύ σ’ αυτές, αν επιδοθούμε σε παραδοσιακές αντιπολιτευτικές αντιδράσεις ή περιμένοντας η ωρίμανση του ταξικού αγώνα να φέρει την λαϊκή επανάσταση. Η Ελλάδα χρειάζεται να αναπτύξει έναν εντελώς δικό της, καινοτόμο δρόμο δημοκρατικής πολιτικής και κοινωνικής αναδιοργάνωσης, στη βάση μιας ευρύτατης συμμαχίας των μέσο- και  μικρο-αστικών στρωμάτων με την περιθωριοποιημένη λαϊκή τάξη  εργαζομένων και ανέργων.

Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.