Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Τα Δάνεια της «Ανεξαρτησίας». Τότε και τώρα…


Στα 1823, από 10 ως 30 Απριλίου, συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας η Β’ Εθνική Συνέλευση (ή Εθνοσυνέλευση), για να επαναδιακηρύξει (μετά την Α’  Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου) την Ανεξαρτησία της Ελλάδος και την συνέχεια της Επαναστάσεως πάση θυσία. Στο τέλος, εξεδόθη διακήρυξη. Αυτή η διακήρυξη αρχίζει με τις φράσεις: “Τρίτον ήδη χρόνον διαρκεί ο υπέρ ανεξαρτησίας εθνικός των Ελλήνων πόλεμος και ο τύραννος ούτε κατά γην ούτε κατά θάλασσαν ηυδοκίμησεν. Ενώ δε αι τυραννοκτόνοι χείρες των Ελλήνων έπεμψαν μυριάδας Τούρκους εις άδου, και φρούρια απέκτησαν, και την επικράτειαν εξησφάλισαν, ο δε κρότος των ημετέρων όπλων, αντηχήσας, διετάραξε το Βυζάντιον, ευτύχησε το έθνος να διακηρύξη εν Επιδαύρω κατά πρώτον ως έθνος, την ανεξαρτησίαν του, να νομοθετήση και εθνικήν να καταστήση διοίκησιν”.
Μία από τις ενέργειες που αποφασίστηκαν, ήταν και η σύνταξη ενός πρόχειρου προϋπολογισμού. Η ενέργεια ανετέθη σε επιτροπή, της  οποίας η έκθεση  ήταν πολύ ανησυχητική. Τα έξοδα του πρώτου εξαμήνου του 1823 θα ανέρχονταν σε 38 εκατομμύρια γρόσια και τα έσοδα σε μόλις 12 εκατομμύρια γρόσια, παρά την  φορολογία, τον  εσωτερικό δανεισμό, τις εισφορές και τις λοιπές πηγές εσόδων. Η έκθεση της Επιτροπής  προέτρεπε τους τοπικούς άρχοντες να διαχειρίζονται καλύτερα το δημόσιο χρήμα και συμβούλευε την εξεύρεση νέων πηγών εσόδων. ‘Ετσι απεφασίσθη ότι υπήρχε ανάγκη εξωτερικού δανεισμού.
Στις 2 Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό (Κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο (γαμπρό των Κουντουριώτηδων), Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη (φίλο του Κωλέτη) να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο αντίστοιχο των 4.000.000 ισπανικών ταλλήρων. Η επιτροπή ελλείψει χρημάτων του δημοσίου (γιατί στα σεντούκια των πλουσίων Υδραίων πλοιάρχων υπήρχαν άφθονα),  καθυστέρησε να αναχωρήσει. Τελικώς, τα έξοδα κάλυψε  με δάνειο ο Λόρδος Βύρων. Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην Αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου (του οποίου ο ρόλος δεν ήταν καθόλου φιλελληνικός), συνομολόγησαν με αγγλικό τραπεζιτικό οίκο ένα δάνειο 800.000 λιρών. Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα.
Το ποσόν που έφθασε στην Ελληνική κυβέρνηση ήταν μόλις 298.000 λίρες (!!), αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, το ποσό θα απεστέλετο σε Τράπεζες,  της αγγλοκρατούμενης  Ζακύνθου και θα παραδίδονταν τμηματικά στην Ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από έγκριση τριμελούς επιτροπής(!!!).
Το ληστρικό-τοκογλυφικό  αυτό  δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της Επαναστάσεως και ως έμμεση αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Πάντως, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω του θα διαψευστούν οικτρά. Μεγάλη ευθύνη για τους δυσμενείς όρους συνάψεως του δανείου είχαν οι δύο εκ των τριών διαπραγματευτών, ο Γιαννιώτης πολιτικός Ανδρέας Λουριώτης και ο Υδραίος  πλοιοκτήτης Ιωάννης Ορλάνδος, οι οποίοι σπατάλησαν τεράστια  ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς. Ο Μωραΐτης Ανδρέας Ζαΐμης  ήταν «παροπλισμένος» και πολύ λίγο ελαμβάνετο υπ΄όψιν η γνώμη του, αφού εκπροσωπούσε τους «επαναστατημένους» και «αντιπατριώτες» (κατά την Κυβέρνηση) στρατιωτικούς αρχηγούς της Πελοποννήσου.
Το μεγαλύτερο μέρος του δανείου κατεσπαταλήθη από την Κυβέρνηση Κουντουριώτη – Μαυροκορδάτου – Κωλέτη για την πληρωμή μισθοφόρων της, στον εμφύλιο που είχε ξεσπάσει με υπαιτιότητά της, καθώς  και σε «δωράκια» σε «δικά της παιδιά».
Στις 31 Ιουλίου 1824, το Βουλευτικό αποφασίζει τη σύναψη και νέου δανείου (αφού το πρώτο ήδη είχε «αναλωθεί») , ενώ η Επανάσταση βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρντο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών. Την Επιτροπή που το διαπραγματεύθηκε, αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το παραχωρούμενο ποσό ορίστηκε στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες. Το τελικό ποσό περιορίστηκε έτσι  στις 816.000 λίρες.
Ενώ, όμως, το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η Ελληνική κυβέρνηση, έστω και με τον προαναφερθέντα σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι Άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους Έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο αυτό διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία   6 ατμοκίνητων πλοίων (αν και υπήρχαν  πολύ φθηνότερα στην αγορά), από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα  και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία  ήλθε στην Ελλάδα πολύ αργότερα απ΄όταν την χρειαζόταν.
Να σημειωθεί εδώ ότι η Ελλάδα πιέσθηκε για ναυπήγηση (και μάλιστα στις ΗΠΑ) και όχι να αγοράσει έτοιμες φρεγάτες για τους εξής λόγους: Οι ΗΠΑ προσπαθούσαν τότε να συνάψουν συνθήκες διομολογήσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν πουλούσαν έτοιμες φρεγάτες, θα εθεωρείτο ως εχθρική προς τους Τούρκους ενέργεια, αφού θα άλλαζαν την ναυτική ισορροπία προς όφελος των Ελλήνων την δεδομένη στιγμή. Με την ναυπήγηση όμως η παραλαβή θα καθυστερούσε αρκετά, τόσο όσο να καταφέρουν οι Τούρκοι να καταπνίξουν την Επανάσταση. Ούτως ή άλλως οι Αμερικανοί είχαν εξασφαλισμένα τα χρήματά τους.  Η δεύτερη φρεγάτα πουλήθηκε για να πληρωθεί η πρώτη  αφού τα χρήματα της πρώτης ξοδεύτηκαν σε υπέρογκες προμήθειες (κοινώς «μίζες»), μισθούς «συμβούλων ναυπηγήσεως» κλπ. Στην Ελλάδα τελικά  έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 λιρών, δηλαδή λιγότερο από εκείνο που έλαβε κατά το πρώτο δάνειο. Να σημειωθεί δε ότι το δεύτερο είχε ονομαστική αξία υπερδιπλάσια του πρώτου.
Το μεγαλύτερο μέρος και αυτού του δανείου, διασπαθίστηκε από την Κυβέρνηση των απόλεμων, ξενόδουλων πολιτικών, που ήλθαν στην Ελλάδα υποτίθεται για να την «σώσουν».
Και ξεκίνησαν να την «σώζουν», δολοφονώντας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας τους «αντιπατριώτες» Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Νικήτα Σταματελόπουλο (τον επονομαζόμενο και Νικηταρά) και πλήθος άλλων στρατιωτικών αρχηγών, ενώ ο Ιμπραήμ κατέστρεφε την Πελοπόννησο!
Και τα δύο δάνεια προβλεπόταν ότι θα ενίσχυαν τον Αγώνα, τον οποίον όχι μόνο δεν ωφέλησαν αλλά υπήρξαν αφετηρία πλήρους σχεδόν εξάρτησης (οικονομικής και πολιτικής) της χώρας από την Αγγλία για τα επόμενα 140 χρόνια περίπου. Επί Βασιλέως Όθωνος (1838), ο Υπουργός Οικονομικών  κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, προχώρησε και σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

Δεν σας θυμίζει κάτι η ιστορία αυτή;

Οι πολιτικοί μας από το 1974 και μετά (όλοι αυτοί που ουσιαστικά μας επεβλήθησαν από τους ξένους φίλους τους, όπως αυτό φάνηκε στην συνέχεια) πήραν ένα σωρό δάνεια. Και τα ξόδευσαν όχι για την ανάπτυξη της Χώρας, όχι για να της δώσουν δύναμη και κύρος . Τα ξόδευσαν  μοιράζοντάς τα μεταξύ αυτών και των φίλων τους (δημιουργώντας κατ΄ουσίαν μισθοφόρους) και σε εξοπλισμούς απαραίτητους μεν αλλά υπερτιμολογημένους (για να βγάλουν και τις «μίζες» τους) . Και όσα λίγα περίσσευαν , τα χρησιμοποίησαν για να εκμαυλίσουν συνειδήσεις. Τις δικές μας συνειδήσεις, που επειδή μας έδιναν κάποια «ψίχουλα», δεν βλέπαμε ή κάναμε πως δεν βλέπαμε. Και όταν έφεραν την Χώρα στο έσχατο σημείο, ένας ελληνόφωνος Πρωθυπουργός (αμερικανός όμως στην «ψυχή», όπως ο ίδιος έχει γράψει ) και ένας Υπουργός Οικονομικών (πρώην υπάλληλος του ΔΝΤ), μας κατέστησαν έρμαια των ξένων συμφερόντων. Εκχώρησαν (πλήρως) την εθνική μας κυριαρχία και υποθήκευσαν τον εθνικό μας πλούτο, καθιστώντας μας κυριολεκτικά δουλοπάροικους στην ίδια την Πατρίδα μας! Και όλα αυτά ατιμώρητοι. Τουλάχιστον τότε η Δικαιοσύνη, έστω και λίγο αργά, κινήθηκε και κατέσχεσε τις περιουσίες των υπαιτίων.
Σήμερα, οι υπαίτιοι  είτε εξακολουθούν να είναι στην Κυβέρνηση είτε μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθεροι, έχοντας εξασφαλίσει οικονομικά και τα τρισέγγονά τους. Και συνεχίζουν να εκχωρούν ό,τι έχει απομείνει από την ταλαίπωρη Ελλαδίτσα μας, την τόσο προδομένη.
Και η Δικαιοσύνη; Αυτή  εξαντλεί την αυστηρότητά της προφυλακίζοντας έναν Ηγούμενο φερόμενο ως “ηθικό αυτουργό κακουργημάτων” ενώ δεν αγγίζει (δεν την αφήνουν; δεν θέλει; το ίδιο κάνει…) τους φυσικούς αυτουργούς!
Ως πότε παλληκάρια…;