Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Χούντα δεν γνωρίσαμε ούτε κι’ ελευθερία…

Του Γιώργου Πήττα


«Σαν σήμερα το 2008 ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, σαν σήμερα το 1990 ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Αντί επετειακών κειμένων-τα αντιπαθώ κιόλας- θυμήθηκα ένα παλιό μου άρθρο, γραμμένο στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου του 2008 και δημοσιευμένο στην εφημερίδα την επόμενη μέρα. Το ξανακοίταζα χτες τη νύχτα, είπα να το μοιραστώ μαζί σας σήμερα. Το κείμενο, είναι ακριβώς όπως τότε, με εξαίρεση μία ελάχιστη προσθήκη στίχων του Παύλου Σιδηρόπουλου στο κλείσιμο

Βρέθηκα για μόλις δυόμισι μέρες στην Αθήνα.
Αφορμή, δυο γεγονότα διαμετρικά άσχετα μεταξύ τους, από τη μία η συναυλία του αδερφού μου, του Χρήστου Πήττα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για την πρώτη (στην Ελλάδα ) παρουσίαση του έργου του «1973». 
Είχε προηγηθεί το Round House στο Λονδίνο λίγο μετά την εξέγερση του Νοέμβρη.
Το έργο, τότε τραγουδισμένο από τη Μαρία Φαραντούρη σε ποίηση του Βασίλη Βασιλικού, δημιουργήθηκε κυριολεκτικά μέσα στον ηλεκτρισμό της εποχής εκείνης, βαφτίστηκε μέχρι το μεδούλι στην οργισμένη οδύνη για την Ελληνική Τραγωδία. 
Το άλλο γεγονός που με πήγε στην Ελλάδα, όπου και γράφω αυτό το σημερινό κομμάτι σε ένα net καφέ, κάτι καθαρόαιμα ελληνικά τρεχάματα με την αθεράπευτη γραφειοκρατία.
Για τη συναυλία, δεν μπορώ να μιλήσω αναλυτικά, θα πει κανείς -και εύλογα -πως είμαι εκ των προτέρων θετικά προκατειλημμένος.
Δεν μπορώ να κρύψω όμως τα απύθμενα συναισθήματα που μου ξύπνησε καθώς η συμφωνική ορχήστρα της ΕΡΤ , η χορωδία, και η σοπράνο Κατερίνα Μηνά στροβιλιζόντουσαν σε δαιμονικές κι επίμονες έγχορδες κραυγές ενώ ταυτόχρονα από το ηλεκτρονικό soundtrack ξεπηδούσαν σαν πύρινες φέτες μνήμης οι φωνές του Τότε:
Κά-τω η χούντα...
Κά-τω η χούντα...Ένα...Ένα...Τέσσερα...Ένα...Ένα Τέσσερα , ανακατωμένα με τις στριγκλιές των περιπολικών, των ασθενοφόρων , τους πυροβολισμούς , τη φωνή του Μήτσου «αδέλφια μας στρατιώτες» «σε γνωρίζω από την κόψη» «είμαστε άοπλοι».
Και μέσα σε αυτόν τον χορό, να ξεπηδάει για λίγο και η επική φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, ηχογραφημένη από την πρώτη συναυλία που έγινε τότε στο Λονδίνο.
Ασήκωτο σχεδόν συναισθηματικό φορτίο, μαχαιριά το χαμόγελο του Διομήδη που καρφώθηκε για πάντα στην άσφαλτο λίγα μέτρα από την πύλη του Πολυτεχνείου και, εγώ να περπατώ σήμερα το πρωί στο κέντρο της Αθήνας και να ψάχνω ασυνείδητα γύρω μου, αν υπάρχει ένας κάποιος αντίλαλος ακόμα, αν κάτι καθρεφτίζεται στα πρόσωπα τα βιαστικά και τ’ αγχωμένα που σε σπρώχνουν και σε προσπερνούν επιθετικά.
Και έβλεπα που λέτε τα κτήρια και τους τοίχους, αυτά που ακόμα στέκουν σους γύρω δρόμους.

Λερωμένα, γκρίζα, λυπημένα θαρρείς με μία αύρα στέρησης που θυμίζει ξεχασμένη στο χρόνο μοναχική γυναίκα που μόνη της διαλογίζεται με τον εαυτό της κι αναρωτιέται αν τα πάθη που ‘ζησε ήταν δικά της ή τα ονειρεύτηκε: Η Αθήνα.
Ανηφόριζα τη Σίνα.
Το μάτι μου πέφτει σε ένα σύνθημα γραμμένο σε έναν τοίχο.
Μου έκανε εντύπωση γιατί ήταν σχεδόν καλλιγραφημένο , πρώτα η αισθητική του με τράβηξε αλλά μετά η ουσία του με άγγιξε:
   «Χούντα δεν γνωρίσαμε ούτε κι ‘ ελευθερία
       ..εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία...»
Ναι! Τη χούντα, δεν την γνώρισαν.
Την κατάμαυρη εποχή που ο ένστολος ή ο μυστικός σε κατέβαζε από το λεωφορείο γιατί μουρμούρισες στο διπλανό σου «δεν είναι ζωή αυτή» δεν την βίωσαν.
Τις ημέρες που το θράσος των τύραννων ήταν τραχύ σα γυαλόχαρτο που σου ματώνει τα μάγουλα όχι, δεν τη γεύτηκαν. Τον καιρό που όλοι ήσαν «ύποπτοι».
Ούτε κι ελευθερία γνώρισαν όμως;
Κάποιοι θα πουν πως όχι μόνο ελευθερία γεύονται αλλά για την ακρίβεια απόλυτη ασυδοσία. Μην τα επαναλαμβάνω, είναι γνωστά τα όσα λέγονται, τα ακούμε τακτικά. Και βέβαια είναι πολύ εύκολο από τον καναπέ να κρίνει κανείς.

Ποια είναι αλήθεια η ασύδοτη ελευθερία;
Η ελευθερία της ζωής σε έναν πλανήτη που αργοπεθαίνει;
Η ελευθερία της ζωής που σε υποχρεώνει να παραδόσεις την ύπαρξή σου ως αντιπαροχή στην εξουσία των τραπεζών για να σπουδάσεις;
Η ελευθερία της ζωής που ανοίγει μπροστά σου τις πύλες της ανεργίας ή της απασχόλησης σε οτιδήποτε άλλο από αυτό που ονειρεύτηκες και διάλεξες;
Η ελευθερία της ζωής που με χυδαιότητα ορίζεται από τους λογής γκλαμουράτους καλοταϊσμένους που πλουτίζουν με την κομπίνα την κλοπή και τον εκβιασμό και προβάλλονται ως πρότυπα από τις τηλεοράσεις;
Η ελευθερία της ζωής που έχει στερηθεί ακόμα και τις πιο αθώες χαρές; Ξεχνάμε πως γεννήθηκαν σε έναν κόσμο που ακόμα και η έκθεση στον ήλιο είναι με «δελτίο»;

Και που είσαι ακόμα αγαπητέ αναγνώστη.
Η ελευθερία της ζωής σε έναν κόσμο βουβό, πελαγωμένο, έως τα θεμέλια απάνθρωπο και αδιέξοδο.
Καμία ελευθερία!
Και αν τότε είχες απέναντι το απόλυτο μαύρο, τον ταυτοποιημένο φασισμό, τώρα, με όλες τις παραλλαγές του γκρίζου τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα, πολύ πιο μπερδεμένα, πολύ πιο δυσανάγνωστα.
Ακόμα και στο Wall των Pink Floyd που εξέφρασε μία ολόκληρη γενιά, ο ουρανός ήταν ευδιάκριτος πάνω από τον τοίχο. Ήξερες, καταλάβαινες γιατί έπρεπε να τον γκρεμίσεις.
Τώρα;
Τώρα, μοιάζει το γκρέμισμα αναγκαίο όπως πάντα, αλλά ο ορίζοντας είναι αόρατος. Ανύπαρκτος. Χτισμένος, ακόμα και αυτός.
Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία!
Τι ωραίο που ακούγεται ε;
Μα είναι, να το πω έτσι, η δουλειά, το καθήκον κάθε νέας γενιάς η Ρήξη.
Αλλιώς τίποτα δεν προχωρά, τίποτα δεν κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά, ακόμα και αν, σε αυτό το «μπροστά» είναι το χείλος του γκρεμού.
«Εσύ που έφυγες νωρίς / δεν πρόφτασες να δεις / τη σιγανή φθορά της πέτρας / Κάποτε ήταν βράχια / όμως με τον καιρό / λειάνθηκαν οι εσοχές / κι οι εξοχές ‘γίναν ανάρπαστες / απ' τους τουρίστες των διαδηλώσεων...»

έγραφε ο Βασίλης Βασιλικός αιώνες πριν, στην εποχή του Πολυτεχνείου και τραγουδούσε μόλις προχθές στο «1973» του 2008 η Κατερίνα Μηνά.
Εμπρός λοιπόν, για της γενιάς τους τα Πολυτεχνεία.
Δεν ξέρω ποια θα είναι, δεν ξέρω πότε θα και πως θα γίνουν.
Τίποτα δεν ξέρω, παρά μόνο δύο πραγματάκια:

Πως υπάρχουν όλοι εκείνοι οι λόγοι που μπορούν να τα γεννήσουν, γιατί ένα βλέμμα καθαρό γύρω θα βρει πάμπολλες αιτίες για οργή κι εξέγερση.
Πως περισσότερο από ποτέ είναι οντολογικά αναγκαία η Αριστερά.
Μια Αριστερά όμως σημερινή.
Μια Αριστερά του 21ου αιώνα, απαλλαγμένη από τον λαϊκισμό και τις αστοιχείωτες γενικολογίες, που να μην χαϊδεύει τη δίκαιη οργή αλλά να την μετουσιώνει σε
γνωστική και μορφωμένη εξέγερση και αντίδραση.
Μια Αριστερά που να ορθώνει ποιοτικό ανάστημα έναντι της διεφθαρμένης εξουσιαστικής μηχανής της Δεξιάς και του δηλητηριώδους εθνικισμού, και παράλληλα διαχωρισμένης από την εξουσιολαγνεία και την αλαζονεία της δήθεν εκσυγχρονιστικής σοσιαλδημοκρατίας.
Ζούμε ίσως, στην πιο κρίσιμη περίοδο της ιστορίας μετά τον Β’
Παγκόσμιο Πόλεμο.
Και η οργή στις κοινωνίες θεριεύει σαν ένα βουβό τσουνάμι.
 Η Αριστερά, οφείλει να στυλώσει το βλέμμα στο Μέλλον, να πάψει να «νοσταλγεί» και
να ναρκισσεύεται και να παίξει δυναμικά το ρόλο που χρωστάει.
Αυτόν, της ιδεολογικοποίησης και σύνταξης των αγώνων στον 21ο αιώνα σε ένα πλαίσιο
εμβαπτισμένο αφ ενός στην αειθαλή δροσιά του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και των
Ανθρωπιστικών Αξιών και, αφ ετέρου στη συνείδηση πως η εποχή της Βιομηχανικής
Επανάστασης τελείωσε.
Τελειώνω και στην τελευταία αράδα νιώθω έντονα την ανάγκη να το πω ξανά, ίσως πιο καθαρά:
Είναι τσουνάμι αυτό που θα έρθει. Δεν ξέρω πιο "τεκτονικό" ρήγμα θα προκαλέσει τον κοινωνικό σεισμό, αλλά αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι εκτός ελέγχου. Θα είναι η μαζεμένη, η αθροισμένη οργή για την ξεδιάντροπη κοροϊδία πολλών, πάρα πολλών χρόνων.
Η ατμόσφαιρα στην Αθήνα μυρίζει μπαρούτι. Όποιος δεν το καταλαβαίνει, έχει μάλλον χάσει κάθε αίσθηση με την πραγματικότητα...
6 Δεκεμβρίου 2011, αντιλαλεί η φωνή του Παύλου από τον Θάνατο:
Παυλάκη, γύρω σου σωπαίνουν
τους φτάνει που ανασαίνουν
τι ζητάς...
Ετοιμοθάνατου είσαι γέννα
κουλός με χρυσαφένια πένα
που το πας...
Με το χαβά του θυμικού σου
ματζούνι του μυαλού σου
πιπιλάς...
ξέρουνε τι τους περιμένει
στην πολυθρόνα βολεμένοι
τι ρωτάς...
Θάνατος θάνατος θάνατος
ΥΓ: Το εξαιρετικό γκράφιτι στην κορυφή του άρθρου, είναι του Ανδρέα Κασάπη -χρησιμοποιεί και το ψευδώνυμο mute81.