Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Για ένα διαβατήριο, κ. Παπουτσή


Αξιότιμε, ατσαλάκωτε, αστραφτερέ κύριε Παπουτσή. Υπουργέ Προστασίας του Πολίτη. Τι μεγαλόσχημος τίτλος! Που αναστατώσατε το σύμπαν όταν νιώσατε ότι απειλήθηκε η οικογένειά σας. Θα μπορούσα να σας αναφέρω πόσες φορές την ημέρα νιώθω να απειλείται η δική μου οικογένεια. Πόσες στιγμές νιώθω να απειλείται η σωματική και νοητική μου ακεραιότητα. Πόσο επικίνδυνη έχει γίνει η διαβίωσή μου σε τούτη την χώρα. Σε τι ύψη δυσθεώρητα έχει φτάσει η εγκληματικότητα. Πόσο ασφυχτική έχει γίνει η ζωή όλων μας. Θα μπορούσα να σας πω πολλά για ανθρώπους και στατιστικές. Τι να πρωτοκάνετε και σεις; Ενώ απειλείται και η οικογένειά σας. Έχετε και τον φράχτη να ετοιμάσετε στα σύνορα. Θα σας αναθέσω λοιπόν κάτι απλό, απλούστατο. Θα σας μιλήσω με ευρώ. Όλοι οι πολιτικοί παίζουν στα δάκτυλα τα ευρώ. Πάμε λοιπόν…
85 ευρώ το κεφάλι x 220 κεφάλια την ημέρα μας κάνει 18.700 είσπραξη x 30 μέρες μας κάνει 561.000 τον μήνα x 12 μήνες μας κάνει 6.732.000 το χρόνο. Εισπράξεις από ανανέωση διαβατηρίων μόνο από έξι περιοχές της Αθήνας που εξυπηρετούνται στο πρώην Ανατολικό Αεροδρόμιο.
Και τι εξυπηρέτηση επιφυλάσσετε στο κοινό; Στους «αιμοδότες» πολλάκις της έρμης οικονομίας μας; Δέκα καρέκλες που οι μισές είναι σπασμένες και δύο αστυνόμους. Πήρα χαρτάκι στις 10.15 το πρωί με το νούμερο 82 και εξυπηρετήθηκα στις 6.22 το απόγευμα. Ενώ υπήρχε και άνθρωπος με νούμερο 220! Αυτό σημαίνει ως συνέχεια ότι την επόμενη πρέπει να ξαναέρθει να ξανακόψει καινούργιο χαρτάκι και έχει ο Θεός!
Υπουργέ Προστασίας του Πολίτη. Δεν βρέθηκε ένας «δικός σας» χριστιανός να σας πει τα νέα στο αφτί της Μεγαλειότητάς σας; Δεν βρέθηκε μια Μπερλίνα να σας μιλήσει για ένα διάδρομο που στοιβάζει 200 ανθρώπους την ημέρα για να ανανεώσουν διαβατήρια με δυο αστυνομικούς επίσης δυστυχείς; Η κατάσταση συνεχίζεται έτσι για χρόνια. Εσείς στου κουφού την πόρτα; Πόσες εργατοώρες; Πόσος θυμός; Πόση εγκατάλειψη; Πόση αδιαφορία;
8 ώρες εγώ προσωπικά. Γνωριστήκαμε μεταξύ μας οι πολίτες, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, 10.15 το πρωί με 6.22 το απόγευμα ήμουν στην παρέα τους. Γίναμε μια ελληνική ατμόσφαιρα. Να σας συστήσω; Χατζηαγγέλου! Ο φορτόγκας της παρέας. Με μαλλί που δεν είχε πετύχει το χρώμα, παλτό που φύσαγε και μια χοντρή ατζέντα παλιομοδίτικη με ξεφτισμένα φύλλα αλλά πολύτιμη. «Χατζηαγγέλου» έλεγε με στόμφο σε κάθε τηλεφώνημα. Κι αν έκανε τηλέφωνα! Είχε δουλίτσα ο Χατζηαγγέλου. Είχε και δεξίωση στο σπίτι και βλάβη και επέμενε να καλεί εργάτες να αποκαταστήσουν τη ζημιά «πριν τη δεξίωση». Δίπλα υπήρχε κυρία που κοιμόταν όλες τις ώρες και που ξύπναγε μόνο όταν έπιανε στο σώμα κάποιο ρεύμα να τη σημαδεύει «θα πουντιάσουμε σήμερα» έλεγε και ξανακοιμόταν για να ξαναξυπνήσει να πει «μας σβούριξε το κρύο». Είναι και πλούσια η γλώσσα μας! Πριν κλείσει ωστόσο απόλυτα τα μάτια τα γύριζε ανάποδα και φαίνονταν μόνο το άσπρο τους οπότε σκιαζόμουν και λίγο μη μας αφήσει χρόνους. Ελπίζω να επέζησε! Είχε νούμερο 168.  Πιο κει ο Γιαννάκης με τον πατέρα του. 5 χρονών ο Γιαννάκης αλλά γιγαντόσωμος. Τον λατρέψαμε όλες οι κυρίες και αναλάβαμε το baby sitting του. Μόνο τσιγκολελέτα δεν έπαιξα με τον Γιαννάκη! Πιο ‘κει ζευγάρι ερωτευμένων. Αλλιώς μετράει ο χρόνος με έρωτα. Ανταπεξήλθαν με φιλιά και μάτι στο μάτι μέχρι αλληθωρισμού. Είχαμε επίσης τον «μαλάκα». Όλοι οι χώροι έχουν τον μαλάκα τους. Μέσα στο χάος έθετε ερωτήσεις. Ήταν ο οργανωτικός. Ο «και δηλαδή». «Και δηλαδή δεν θα μπορούσαν να μας κλείνουν ραντεβού ανά 15 λεπτά;» «Και δηλαδή δεν θα μπορούσαν να κρατάνε τα κινητά μας και να μας ενημερώνουν;». A να μη ξεχάσω είχαμε και προξενιό! Μάνα ελληνίς σταμπάρισε νέον και πολλά υποσχόμενο και σκούνταγε κόρη «ζώον!» έλεγε από μέσα της που «Ω τι σύμπτωση» κατοικούσαν και οι δυο στην Ηλιούπολη! Τι χαρά το έκανε η έρμη μάνα. Ούτε στο Βόρειο Πόλο τέτοια σύμπτωση κατοικιών. Είχαμε και την ωραία! Με τη μπότα να χτυπάει στο πάτωμα. Μόνο μαστίγιο έλειπε. Πέρα δώθε και με την μπέρτα ανάριχτα στον ώμο και το τηλέφωνο σαν την Μαντόνα να μιλάει να μιλάει στο άπειρο! Ερχόταν και έφευγε ως guest star! Ωστόσο χαρήκαμε 8 εμφανίσεις της. Είχαμε και πολυμελή οικογένεια σαν το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Είχαμε και ελληνάκια από Λονδίνο. Η πρεσβεία έλεγαν τους έστειλε εδώ. Για πιο γρήγορα!
Τι να σας ζαλίζω και σας. Όλα τα είχαμε κύριε Παπουτσή μου και τίποτα δεν είχαμε! Το χάος μας είχαμε. Το συνηθισμένο. Εγκληματικά συνηθισμένο. Κι αυτό ήταν που με πόνεσε πιο πολύ από την αναμονή. Ότι κουνούσαμε όλοι το κεφάλι σαν άλογα σε στάβλο. Παραδομένοι στο χάος πριν ανοίξουν και πάλι οι πόρτες να βγάλουμε κούρσα στο προσωπικό μας Ιππόδρομο. Και οι πολιτικοί να ποντάρουν στοιχήματα επάνω μας. Πότε θα σκάσουμε;          
Συγχωρέστε μου την αθυροστομία. Όλα αυτά για μια γαμημένη ανανέωση διαβατηρίου! Δεν ξεκινάτε από τα απλά ατσαλάκωτε;