Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Τελευταία θέση, αγάπη μου!

Τελευταία θέση, αγάπη μου! Ένας πλούσιος Aυστριακός διάλεξε την τελευταία θέση για τον εαυτό του! Μοίρασε τα πλούτη του στους φτωχούς και ζει σ΄ ένα τροχόσπιτο, με χίλια διακόσια ευρώ το μήνα που εισπράττει από την εργασία του. Νιώθω τον ευτυχισμένο αυτόν άνθρωπο! Αγαπώ την τελευταία θέση, είτε η ζωή σε έβαλε εκεί, είτε θεληματικά πήρες την τελευταία θέση.
Αυτή είναι μια αληθινή χριστουγεννιάτικη ιστορία όχι γιατί συνέβη τις μέρες αυτές των Χριστουγέννων, αλλά γιατί εκφράζει όλο το πνεύμα των Χριστουγέννων, το πνεύμα της ταπείνωσης και της θεληματικής φτώχειας. Το πνεύμα της ταπείνωσης και της θεληματικής φτώχειας είναι η ουσία αυτού που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα, η ουσία της ταπείνωσης του Θεού. 
Τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε τη γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο Μαρία στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας πριν δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτό είναι το μέγιστο γεγονός που χώρισε την ιστορία της ανθρωπότητας σε ιστορία πριν την ενανθρώπιση του Θεού και σε ιστορία μετά την ενανθρώπιση. Ο αιώνιος πόθος της σωτηρίας από τη φθορά και από το θάνατο έγινε πραγματικότητα. Ο Θεός έγινε άνθρωπος γεννηθείς εκ της Παρθένου Μαρίας, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός, ενωμένος με τον Κύριο Ιησού Χριστό. 
Η επιλογή της τελευταίας θέσης δεν έχει να κάνει τίποτε με τις πράξεις που κάνεις ή με αυτά που αποκτάς. Έχει να κάνει με αυτό που είσαι. Το ζητούμενο στην τελευταία θέση δεν είναι τα πράγματα, αλλά η αγάπη.
Ο κόσμος λέει πως τίποτε δεν παίρνουμε μαζί μας. Μπορείς μόνο να προσευχόμαστε ο Θεός να κτίσει μέσα μας καρδιά καθαρή και πνεύμα ευθές.Η Γραφή λέει, πως αυτοί που έχουν καρδιά καθαρή και πνεύμα ευθές, θα δουν το Θεό.
Προς Κορινθίους Β΄επιστολή Παύλου: "Υμείς εστέ ναός Θεού ζώντος καθώς είπεν ο Θεός, ότι ενοικήσω εν αυτούς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονται μοι λαός. Διό εξέλθατε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε, λέγει Κύριος, και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς, και έσομαι υμίν εις πατέρα,και υμείς έσεσσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ."
Τελευταία θέση, αγάπη μου! Πάντοτε μου ανοίγεις την πόρτα όταν χτυπώ, πάντοτε μου δίνεις κάτι όταν σου ζητήσω.Ποτέ δεν νιώθω κοντά σου εγκαταλειμένος και περιφρονημένος. Ακόμα και στο πιο φριχτό πεπρωμένο ο Κύριος είναι εκεί για μας πριν από μας. Οι φίλοι μου και οι πλησίον μακρόθεν έστησαν.
Να γιατί η ιστορία της Χαναναίας είναι μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Γιατί εκφράζει το πνεύμα της θεληματικής φτώχειας, την επιλογή της τελευταίας θέσης για χάρη της αγάπης. Η Χαναναία έτρεχε πίσω από τον Ιησού κράζοντας να τη βοηθήσει. Η θυγατέρα της ήταν βαριά άρρωστη. Η Χαναναία δεν αμφέβαλε για την ευσπλαχνία του Θεού. Πίστευε ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός. Δεν θεώρησε υποβιβασμό ότι ο Θεός την αποκαλούσε "κυνάριο" (σκυλάκι). 
Δεν πρέπει να παίρνουμε τον άρτο από τα παιδιά και να τον δίνουμε στα κυνάρια, είπε ο Κύριος. Ναι, Κύριε, σκυλάκι ακάθαρτο είμαι κι εγώ, αλλά καθώς εκείνα τρώνε τα ψιχία που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους, έτσι δώσε και σε μένα την ευεργεσία αυτήν, για να θεραπευτεί η κόρη μου που πολύ υποφέρει. 
Η Χαναναία έχει βαθειά ταπεινοφροσύνη και θερμή πίστη στον Ιησού ως Θεό και πρόθυμα δέχεται την τελευταία θέση. Χίλιες φορές καλύτερα στην τελευταία θέση και μαζί με το Χριστό παρά στην πρώτη θέση και χωρίς το Χριστό. 
Ποια είναι η δική μας θέση σε σχέση με τα παιδιά μας; Μήπως δεν βλέπουμε καμία σχέση ανάμεσα στη δική μας εσωτερική κατάσταση και στην κατάσταση των παιδιών μας. Είναι άσχετο με αυτό που είμαστε το ότι τα παιδιά μας ζουν σ΄ ένα κόσμο που τους στερεί την ελπίδα να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για δημιουργικότητα, για εργασία, για δημιουργία οικογένειας και για μια ζωή σε υγιεινό περιβάλλον; 
Η Χαναναία είναι ένας τύπος της ενανθρώπισης του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Η Χαναναία έγινε σκυλάκι για την πίστη και την αγάπη στον Ιησού και για την αγάπη της κόρης της. 
Κάποτε στην Αθήνα πήγα σε μια δημόσια υπηρεσία, αλλά η ώρα που δεχόταν το κοινό είχε περάσει. Έξω στην είσοδο υπήρχαν πολλοί που ήθελαν να μπουν, αλλά δεν τους επέτρεπαν. Στριμώχνονταν, φώναζαν, έσπρωχναν, χτυπούσαν, αλλά δεν μπόρεσαν να μπουν και έφυγαν. Στεκόμουν ήσυχα στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Αχαρνών και κοιτούσα.Ήμουν πολύ μακριά κι απ΄ την αγαπημένη μου τελευταία θέση. 
Ύστερα από λίγο άνοιξε η πόρτα, βγήκε ένας κύριος και με φώναξε. "Περάστε", μου είπε όταν πλησίασα και έκλεισε πίσω μου την πόρτα.
Μόσχος Εμμανουήλ Λαγκουβάρδος

Πηγή "moschoblog"