Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Ο αφανισμός μιας γενιάς


Tης Δωρας Aντωνιου

«Εσύ, λοιπόν, τι θα με συμβούλευες να κάνω;». Η ερώτηση με αιφνιδίασε και δεν θα ήθελα να απαντήσω. Ο συνομιλητής μου, όμως, συνέχισε να με κοιτάζει, ζητώντας απάντηση. Στα 28 του χρόνια, ο Βαγγέλης βρίσκεται στη θέση χιλιάδων συνομηλίκων του στην Ελλάδα, που προσπαθούν να καταλήξουν σε μια απόφαση για το μέλλον τους. Απόφοιτος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Πάτρας, άρχισε πριν από ενάμιση χρόνο, μετά τον στρατό, να ψάχνει για δουλειά. Εστειλε δεκάδες βιογραφικά σε γραφεία και εταιρείες, πέρασε από τη διαδικασία συνεντεύξεων. Για μερικούς μήνες απασχολήθηκε σε γραφείο μελετών, από το οποίο έφυγε «λόγω της κρίσης». Τους τελευταίους τέσσερις μήνες εργάζεται για εταιρεία που σχετίζεται με τις τηλεπικοινωνίες, όχι με άμεση εργασιακή σχέση, αλλά μέσω τρίτης εταιρείας, με μηνιαία αμοιβή περίπου στα 600 ευρώ.
«Δεν με πειράζει το ύψος της αμοιβής. Δεν έχω απαίτηση στο ξεκίνημά μου να παίρνω περισσότερα. Αυτό που με απασχολεί είναι ότι δεν υπάρχει εκεί προοπτική εξέλιξης, δεν υπάρχουν ευκαιρίες να μεταπηδήσω σε κάτι περισσότερο δημιουργικό. Αισθάνομαι ότι τα χρόνια που σπούδασα πήγαν χαμένα. Πήγα σε αυτή τη δουλειά μόνο και μόνο για να προσθέσω κάτι στο βιογραφικό μου», μου λέει. Και πέραν όλων των άλλων, ακόμα και σ’ αυτή τη δουλειά που δεν τον ικανοποιεί, «2,5 μήνες μάς καθυστερούν την πληρωμή», προσθέτει και χαμηλώνει το βλέμμα.
Οι συζητήσεις με τους παλιούς του συμφοιτητές, συνεχείς. Η αγωνία, κοινή. Βλέπουν την αγορά εργασίας να περιορίζεται αντί να ανοίγει. Εταιρείες κλείνουν, άλλες μειώνουν προσωπικό, κόβουν αμοιβές. Και χωρίς να διαφαίνεται προοπτική στον ορίζοντα. «Αν μπορούσα να εκτιμήσω ότι σε έξι μήνες, ένα χρόνο τα πράγματα θα αλλάξουν, θα το έπαιρνα απόφαση να κάνω υπομονή, αλλά συνεχώς δείχνει να χειροτερεύει η κατάσταση».
Οπως είναι φυσικό, η προσοχή αρχίζει και στρέφεται στη διερεύνηση άλλων επιλογών. Ενας παλιός συμφοιτητής βρίσκεται εδώ και δυο χρόνια στη Γερμανία, έχει βρει δουλειά εκεί στο αντικείμενό του, είναι δύσκολα, αλλά, τουλάχιστον, ασχολείται με αυτό που τον ενδιαφέρει, αποκτά εμπειρία και προϋπηρεσία και φαίνεται να υπάρχουν προοπτικές. Ενας άλλος φίλος έχει φύγει για Σουηδία και υπάρχει πάντα ο μακρινός θείος στην Αμερική, που θα μπορούσε να βοηθήσει να βρεθεί κάτι εκεί. «Εσύ, λοιπόν, τι θα με συμβούλευες να κάνω;», έρχεται η ερώτηση μετά την παράθεση των δεδομένων.
Η Ελλάδα «που τρώει τα παιδιά της» είναι παρούσα περισσότερο από ποτέ. Η δεινή οικονομική κατάσταση κινδυνεύει να παρασύρει στη δίνη της μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων και να στερήσει από τη χώρα την παραγωγική της δύναμη. Νέοι άνθρωποι, άλλοι με λαμπρές σπουδές, στις οποίες επένδυσαν οι οικογένειές τους αλλά και η πολιτεία, άλλοι με δεξιότητες, άλλοι εντελώς ανειδίκευτοι, εργατικό δυναμικό, αναζητούν διέξοδο στις ανησυχίες, στις αγωνίες ή απλά στην ανάγκη αξιοπρεπούς διαβίωσης, στο εξωτερικό. Η απώλεια μιας ολόκληρης γενιάς, σε μια χώρα που γηράσκει με ραγδαίους ρυθμούς και χρειάζεται νέους ανθρώπους για να τη βοηθήσουν να βγει από τα συντρίμμια, είναι, ίσως, το μεγαλύτερο δεινό της κρίσης που ζούμε.