Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

8 Φεβρουαρίου 1981: 31 χρόνια από την τραγωδία στη Θύρα 7


Συμπληρώθηκαν 31 χρόνια από τότε που 21 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους στα θρυλικά σκαλιά της Θύρας 7. Αναδημοσιεύουμε ένα καλογραμμένο αφιέρωμα που ετοίμασε το RedPlanet.gr με τα γεγονότα που οδήγησαν στην μεγαλύτερη τραγωδία στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού την 8η Φεβρουαρίου του 1981.
Το απόγευμα εκείνο δεν ήταν σαν όλα τα άλλα. Το απόγευμα εκείνο έμελλε να στιγματίσει για πάντα την ιστορία του πιο ένδοξου ελληνικού συλλόγου και να καταγραφεί η μεγαλύτερη τραγωδία στην ιστορία των αθλητικών δρώμενων της χώρας. Ήταν το απόγευμα της 8/2/1981, όταν ο Ολυμπιακός φιλοξενούσε την ΑΕΚ στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» και το τελικό 6-0 των ερυθρολεύκων επί του «Δικέφαλου» γινόταν αφορμή για να ξεσπάσει φρενίτιδα ενθουσιασμού στις τάξεις των οπαδών του Θρύλου.
Ένας ενθουσιασμός που ήταν ακόμη μεγαλύτερος στην Θύρα 7 του Φαληρικού γηπέδου. Εκεί όπου παραδοσιακά μαζεύονταν (όπως φυσικά και σήμερα), οι ποιο ένθερμοι οπαδοί του Ολυμπιακού. Μια χαρά που όμως δεν θα κρατούσε για πολύ.
Διότι ο θάνατος παραμόνευε στη γωνία. Ή μάλλον στα σκαλιά της Θύρας 7. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα και πολύ περισσότερο μετά από αυτή, ο μεγαλύτερος όγκος των οπαδών της θύρας έσπευσε γρήγορα να βγει έξω, προκειμένου να βρεθεί στην Θύρα 1 όπου ήταν η έξοδος των αποδυτηρίων.
Ήθελαν να βρεθούν δίπλα στα ινδάλματα τους, ήθελαν να δουν, να αγγίξουν και να αποθεώσουν τους παίκτες του Θρύλου για την μεγάλη νίκη τους απέναντι στην ΑΕΚ.
Μια κλειστή πόρτα και τα ακινητοποιημένα τουρνικέ, τους έφραξαν τον δρόμο. Όχι μόνο για τους πανηγυρισμούς, αλλά σε 21 ανθρώπους και για το υπόλοιπο μιας ολόκληρης ζωής. Το κακό δεν άργησε να γίνει, οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν στην έξοδο της Θύρας 7 βρήκαν μπροστά τους τα εμπόδια που έμελλε να αποδειχθούν μοιραία. Ο όγκος από πίσω πίεζε, οι μπροστά φώναζαν «σταματήστε, θα σκοτωθούμε», αλλά μέσα στον πανικό κανείς δεν άκουγε. Άνθρωποι ποδοπατήθηκαν πριν προλάβουν όλοι να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τότε όμως ήταν αργά. 19 ψυχές είχαν ήδη «πετάξει» και άλλες δύο θα ακολουθούσαν λίγο αργότερα. Το σύνολο: 21…
Οι φωνές λατρείας για τον Ολυμπιακό, μετατράπηκαν σε κραυγές απόγνωσης. Η έκσταση της νίκης μεταμορφώθηκε σε αγωνιώδη πάλη για να κρατηθούν στη ζωή. Η ερυθρόλευκη ριγωτή φανέλα με τον δαφνοστεφανωμένο έφηβο στο στήθος ήταν η τελευταία εικόνα στο μυαλό τους, πριν κλείσουν τα μάτια και την πάρουν για πάντα μαζί τους. Σε μια ηλιόλουστη ημέρα, στις 8/2/81. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία παιδιά νεαρά. 14, 17, 20 ετών, ο μεγαλύτερος στα 40. Ανάμεσα τους και ένας φίλος της ΑΕΚ. Και σίγουρα φίλος δικός τους. Εκεί που βρίσκονται δεν υπάρχουν ούτε αντιπαλότητες, ούτε χρωματισμοί…
H ιστορία είναι γνωστή σε όλους. Όπως και η απορία γιατί ποτέ δεν τιμωρήθηκε κανείς. Γιατί δεν βρέθηκαν ή δεν αποκαλύφθηκαν οι υπαίτιοι της τραγωδίας. Γιατί η ασυνειδησία ορισμένων ήταν αυτή που οδήγησε στην πιο αποτρόπαια ημέρα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Κι όμως, ακόμη μέχρι και σήμερα, όλοι μας και πολύ περισσότερο οι οικογένειες των θυμάτων, αναρωτιούνται γιατί δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη…
Η ιερή υποχρέωση του Ολυμπιακού και τον εκατομμυρίων φίλων της ομάδας είναι να τιμούν κάθε χρόνο αυτά τα παιδιά. Να μην αφήσουν ποτέ να ξεχαστεί η μνήμη τους. Αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του συλλόγου και της τεράστιας ιστορίας του. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος το μνημόσυνο των 21 θυμάτων της Θύρας 7 τελέστηκε στον περιβάλλοντα χώρο του «Γεώργιος Καραϊσκάκης», όπου υπάρχει και μνημείο αφιερωμένο στις 21 αδικοχαμένες ψυχές.
Ας θυμηθούμε όμως την συγκλονιστική, ανατριχιαστική μαρτυρία του Μανώλη, ενός φίλου του Ολυμπιακού που έζησε από μέσα την τραγωδία εκείνης της ημέρας, και την μάταιη προσπάθεια του να σώσει τον φίλο του Σπύρο:
«Η θύρα θανάτου… Εγώ, ο Μανωλιός, 18 χρόνων τότε, Ολυμπιακός με τις ώρες μου, είχα τον Σπύρο να με βάζει σε τάξη (όπως έλεγε) και να μου θυμίζει ποια είναι η θέση μας και που έπρεπε να είμαστε όταν έπαιζε ο Ολυμπιακός. Το Σάββατο, στις 7/2, δεν κοιμηθήκαμε όλο το βράδυ. Μαζευτήκαμε στο λιμάνι, με μια μπύρα στο χέρι μέχρι το πρωί. Ξεχαστήκαμε με την κουβέντα, είχε φάει τότε μεγάλο κόλλημα με τον Γαλάκο. Όλο για αυτόν μιλούσε, ήταν τρελός και παλαβός για εκείνον. «Αύριο θα πάω, σίγουρα πράγματα! Να τον φιλήσω, να τον ακουμπήσω απλά, και μετά δεν θα πλυθώ μέχρι την άλλη Κυριακή…», έλεγε. «Δεν με χωράνε τα παπούτσια μου όταν τον βλέπω, θέλω να τα βγάλω και να τρέξω προς το μέρος του. Είναι ο Θεός ο ίδιος!», μονολογούσε. «Μην βλαστημάς ρε Σπύρο», του έλεγα εγώ ο αφελής… Πήγαμε σπίτι με τα ποδιά θυμάμαι. Από τον Πειραιά μέχρι το Χαλάνδρι, με την κουβέντα δεν καταλάβαμε τον ποδαρόδρομο.
«Όλοι οι δρόμοι ντυμένοι στα κόκκινα, οδηγούσαν προς μια κατεύθυνση: στο Καραϊσκάκη»
Την άλλη μέρα ο Σπύρος σήκωσε πυρετό. «Μας πήρε το αεράκι ρε Σπύρακλα», του είπα. Η κυρα Κατερίνα το θεώρησε απίθανο να σηκωθεί να πάει στον αγώνα. «Άστη να λέει, δεν χάνω τον αγώνα με την χανούμισσα εγώ, και πεθαμένος θα πάω!». Θεέ μου, τι κουβέντα… Ξεκινήσαμε από τις 11 να κατηφορίζουμε. Όλοι οι δρόμοι ντυμένοι στα κόκκινα, οδηγούσαν προς μια κατεύθυνση: στο Καραϊσκάκη. Σε όλη την διαδρομή ο Σπύρος ήταν χαμένος (όπως πάντα πριν από κάθε αγώνα), τραγούδαγε και μίλαγε μόνος του. «Φτάσαμε Μανωλιό, φτάσαμε! Κοίτα το, κοίτα το, είναι παράδεισος!». «Παράδεισος για εμάς και κόλαση για τους άλλους», του είπα και μας έπιασαν τα γέλια. Στις 12 ήμασταν ήδη μέσα, Θύρα 7 όπως πάντα.
Οι φωνές, τα τραγούδια, τα πανό, σε βάζανε αμέσως στο κλίμα. Τίποτα μα τίποτα δεν έδειχνε ότι τα γέλια θα μετατραπούν σε κραυγές πόνου και αγωνίας, και ο Χάρος θα σκέπαζε με την κατάμαυρη σκιά του το φαληρικό στάδιο… Όταν βγήκε η ομάδα, το γήπεδο άλλαξε μορφή. Τα συναισθήματα δεν μπορούσαν να περιγραφούν με λόγια, οι καρδιές μας χτυπούσαν δυνατά, όλων, όλων μας. Έβλεπε ο καθένας μας στο πρόσωπο του άλλου, σαν να κοιτούσαμε μέσα από γυαλί, την αγάπη του για την ομάδα. Για τους παίκτες, το γήπεδο, για όλα. Τα πάντα για τον Ολυμπιακό. Ο Σπύρος είχε ήδη εξαφανιστεί από δίπλα μου.
Μετά από κάποια λεπτά, τον είδα πάνω στο κάγκελο να φωνάζει: «Γαλάκο είσαι ένας και μοναδικός!». Όλοι τραγουδούσαμε, όλοι ζούσαμε κάτι το απίθανο. Μα ο Χάρος, παραμόνευε… Τα λεπτά άρχισαν να κυλούν. Το τόπι χανότανε μέσα στα ποδιά των παιχταράδων μας. Ένα γήπεδο «στο πόδι», χωρίς σταματημό, ένα γήπεδο κόλαση. Μετά από το 3ο λεπτό του παιχνιδιού, με ένα τρομερό κατέβασμα που έκανε ο Γαλάκος, έβαλε το πρώτο του γκολ. Αυτό ήταν.
«Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ! Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ!»
Το γήπεδο πήρε φωτιά, και μαζί με αυτό και η καρδιά του Σπύρου, ο οποίος γκρεμοτσακίστηκε από το κάγκελο μέσα στα πανηγύρια.Το κεφάλι του άνοιξε, αλλά ποιός έδινε σημασία. Ούτε ο ίδιος. Μέσα στα αίματα φώναζε: «Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ! Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ!». «Ρε Σπύρακλα, πρόσεχε ρε. Θα σκοτωθείς ρε φίλε!». «Υπάρχει πιο γλυκός θάνατος ρε??? Να σου πω εγώ: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»… Τέλος του ημίχρονου. «Έλα να κάτσεις λίγο κάτω ρε τρελέ». «Κακομοίρη μου, αν σε δει η κ. Κατερίνα έτσι, θα σου το κόψει το γήπεδο μια και καλή! Δεν πρέπει να δεί την κεφάλα σου σπασμένη, ρε». «Καλά ρε, θα δούμε μετά τι θα κάνουμε, όχου…». Το δεύτερο ημίχρονο άρχισε και ο Σπύρος έμεινε τελικά μαζί μου, δεν αισθανότανε και πολύ καλά. Όταν όμως ο Γαλάκος ξανακάρφωσε την μπάλα στα δίχτυα, ανέβηκε πάλι στα κάγκελα και χοροπήδαγε σαν το κατσίκι… «Οικονομόπουλε, να τον προσεχείς αυτόν, θα σου καρφώσει κι άλλα!», έλεγε στον τερματοφύλακα. Τα γκολ διαδέχονταν το ένα το άλλο. Η καρδιά μας είχε βγει από την θέση της και έκανε και αυτή τις βόλτες της μέσα στο γήπεδο.
Ο Κουσουλάκης και ο Ορφανός είχαν ήδη βάλει από ένα γκολ. Το σκορ ήταν 4-0 και το γλέντι φούντωνε, γλέντι που έγινε ακόμα πιο ξέφρενο έπειτα από την τρελή κούρσα του Βαμβακούλα και το 5-0. Το όνειρο που ζούσαμε, ένα πραγματικό γεγονός πλέον, έφτασε στην αποκορύφωση του όταν ο Μάϊκ Γαλάκος στο 84′ έκανε το 6-0. Δεν θέλαμε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή, τίποτα άλλο δεν θα έφερνε την καρδιά μας σε τέτοιο παραλήρημα. Και έτσι ξαφνικά, όλα άρχισαν… «Πάμε ρε! Πάμεεεεεε!!!». «Που πάνε όλοι ρε Σπύρο, που να πάμε;» «Πάμε ρε σου λέω, πάμε να τους βρούμε ρεεεεε! Τα αγόρια μας, τους άρχοντες μας, πάμε που σου λέω!» «Κάτσε ρε Σπύρο, δεν τελείωσε, ένα λεπτό έχει ακόμα, κάτσε…». Που να ακούσει… «Γαλάκο, σου ‘ρχομαι!», φώναζε. Άρχισε να τρέχει προς την έξοδο μαζί με τόσους άλλους.
«Σταματήστε, πέσαμε ρεεεεε!!!»
Τρέχαμε όλοι μαζί, με το μάτι να γυαλίζει απο χαρά και περηφάνια. Κοντά στο πρώτο σκαλί, πήγα να τον πιάσω. «Μην χαθούμε, ρε!», του φώναζα. Λίγο πριν το πρώτο σκαλί, ξαφνικά, τον είδα να χάνεται, να πέφτει. Να πέφτουν όλοι από πάνω του, ο ένας μετά τον άλλον, με φόρα, με ορμή. Παντού φωνές, κραυγές, σπαραχτικές κραυγές… «Ρεεεεεεεεεεεεεεε! Ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!!!», φώναζα. «Σταματήστε, πέσαμε ρεεεεε!!!». Η φωνή μου, ένα τίποτα μέσα στον όχλο, όλοι τρέχανε όλο και πιό πολύ, χωρίς να ξέρουν ότι από κάτω βρίσκεται κόσμος. «Ανοίξτε ρεεεεεεεε!!! Ανοίξτε καθάρματα τις πόρτες!!! Ανοίξτε γ… το στανιό μου…ΣΠΥΡΟΟΟΟΟΟ, που είσαι ρεεεεεε…Ανοίξτε μ…!!! Μηηηηηηη, μη τρέχετε, είμαστε κάτω ρεεεεεεε!!!»… Λόγια, οδύνης λόγια, χαραγμένα σαν από κοφτερή λεπίδα πάνω στην καρδιά μου. Είχαν πέσει από πάνω μου παιδιά και από κάτω μου άλλα να φωνάζουν σπαρακτικά. Μετά από κάποια ώρα, κατάφερα να σηκωθώ ενώ ακόμα παλικάρια, το ένα μετά το άλλο, έπεφταν κάτω στις σκάλες.
«Του έβγαλα το κεφάλι μέσα από το κάγκελο»
Βλέπω, μέσα στον χαλασμό, τον Σπύρο σφηνωμένο στην γωνία της πόρτας. Ένα κουβάρι να φωνάζει: «Ααααααααααααα το κεφάλι μου, το κεφαλάκι μουυυυυυ…». Πήγα κοντά του. Του έβγαλα το κεφάλι μέσα από το κάγκελο. Ήταν σαν ένα ξένο σώμα πάνω του, δεν το αισθανόταν. Βρήκαμε ένα άνοιγμα, μια τρύπα που προσπάθησαν να ανοίξουν στην πόρτα. Βγήκαμε έξω. Έσυρα σαν τσουβάλι τον Σπύρο στον περίβολο της θύρας, και τον πήρα στην αγκαλιά μου. Δεν ένιωθε τίποτα πάνω του. Του στερέωσα το κεφάλι στο τοίχο. Έβαλα τα κλάματα.. Δεν θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει ούτε η μανά του έτσι όπως ήταν… «Σπύρο…Μίλα ρε φίλε. ΜΙΛΑΑΑΑ!!!» «Πονάω…Το κεφάλι μου…Πονάω…Τι γίνεται;…Tι έγινε;…Πονάω Μανωλιό. Πονάωωωωωω…». «Σώπα, σώπα. Έρχονται ρε, έρχονται. Θα σε φτιάξουν ρε, μη μιλάς…Σώπα…».»Γιατί φωνάζουν; Τι γίνεται ρε Mανωλιό. Τι γίνεται, τι μας κάνανε». «Τίποτα, σταμάτα αγόρι μου, έρχονται».
Τον αφήνω, πάω προς την είσοδο να βοηθήσω. Περνάω το χέρι μου μέσα από την τρύπα, 10 άτομα το αρπάζουν. Προσπαθούσαν να γλιτώσουν, να βγούν. Δεν μπορούσα να πιάσω κανέναν. Έπιανα ένα χέρι, αλλά ήταν αδύνατον να ξεχωρίσω το υπόλοιπο σώμα. Μια μάζα όλα, χέρια, πόδια, μυαλά, όλα ένα… Έξω από την είσοδο, κόσμος να τρέχει να βοηθήσει, πανικός, κραυγές, κραυγές που σου έκαιγαν την ψυχή. Όλα μία κόλαση… Τα πρώτα ασθενοφόρα έφτασαν. Έτρεξα στον Σπύρο. «Σπύρακλα, έλα φτάσανε, έλα πάμε στον γιατρό, πάμε! Ακούς; Θα σε πάρω αγκαλιά να σε πάω μέχρι εκεί, ακούς; Κάνε υπομονή, ήρθαν…». Δεν μιλούσε. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν κλειστά, δεν μίλαγε, δεν κουνιόταν.
Τα έχασα… «Όχι ρε! Όχι…Σπύρο, κάνε κουράγιο, ήρθανε ρε. Έλα, και θα σου φέρω τον Γαλάκο να σε δει, ακούς;…Ακούς Σπύρο μου;…Έλα πάμε, πάμε αγόρι μου, πάμε…». Τον παίρνω στην αγκαλιά μου. Το κεφάλι του κρεμότανε κάτω. Τον πάω στο πρώτο ασθενοφόρο που είδα μπροστά μου, είχαν μέσα αλλά δυο παιδιά. «Πάρτε τον, πάρτε τον σας παρακαλώ. Δεν μιλάει, δεν σαλεύει, πάρτε τον!» «Στο δίπλα, είναι άδειο. Στο δίπλα…», μου λέει ο νοσοκόμος. Πάω δίπλα, τον παίρνει ένας γιατρός, τον βάζουν στο φορείο, του περνάνε ορούς και την μάσκα οξυγόνου και στο τέλος του φοράνε ένα κολάρο στο λαιμό.
Γιατρέ τι…Τι γίνεται, πες μου…Πες, ζει;
Μπαίνουμε μέσα και κατευθυνόμαστε προς το Τζάνειο. Στη διαδρομή, ο νοσοκόμος του μέτραγε την πίεση και του έκανε συνέχεια ενέσεις. «Γιατρέ τι…Τι γίνεται, πες μου…Πες, ζει; Θα γίνει καλά; Πες μου, σε παρακαλώ, είμαι φίλος του, πες μου!» «Πρέπει να έχει σπάσει τον λαιμό του, δύσκολα…Θα δούμε…» «Όχι ..Όχι ρε Σπύρο, μην μου το κανείς αυτό, όχι…Έλα, ξύπνα! Ξύπνα!!!» Με έπιασε πανικός. Έπεσα πάνω του και άρχισα να τον κουνάω πέρα δώθε. Του έβγαλα τον ορό από το χέρι κατά λάθος. Δεν καταλάβαινα τι μου γινόταν. Κρύωνα, ίδρωνα, είχα πάθει σοκ. Ο γιατρός με τράβηξε μακριά, έβαλε τον ορό στον Σπύρο, και μου είπε ότι δεν του κάνω καλό με αυτό τον τρόπο.
Με ρώτησε αν ήθελα να μου κάνει μια ηρεμιστική ένεση. «Όχι δεν θέλω τίποτα, καλά είμαι», του είπα. Φτάσαμε στο νοσοκομείο. Ήδη ο πανικός είχε μεταφερθεί εκεί. Βγήκαμε, πήραν τρέχοντας στην εντατική τον Σπύρο. Εγώ πήγα στα ιατρεία να μου περάσουν μια γάζα στο κεφάλι, το είχα σκίσει. Μετά βγήκα και περίμενα τα νέα για τον φίλο μου. Άρχισα να κλαίω, μόλις συνειδητοποιούσα τι είχε γίνει. Ζήτησα από τους γιατρούς να πάρω τηλέφωνο την οικογένεια του Σπύρου. Πήρα τηλέφωνο σπίτι του… «Μαρία, δώσε μου την μαμά σου…Κυρία Κατερίνα…». Δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράση μου… «Μανωλιό, πες μου ότι είσαστε καλά! Βλέπουμε τηλεόραση, μάθαμε τι έγινε, πες μου μόνο αυτό…Γιατί κλαίς αγόρι μου; Μην κλαις, πέρασε τώρα…Δώσε μου τον Σπύρο να ησυχάσω, δώσε μου να του μιλήσω στο τηλέφωνο…». «κ. Κατερίνα, ελατέ από δω…Δεν είναι καλά ο Σπύρος». Η γυναίκα έπεσε, λιποθύμησε στο λεπτό. Επικράτησε πανικός.
Ο θείος του πήρε το τηλέφωνο σαν πιο ψύχραιμος (ο πατέρας του είχε πεθάνει), ένας δεύτερος πατέρας για αυτόν. Του εξήγησα τι είχε συμβεί… Σε 15 λεπτά φτάσανε. Το χάος έξω από το νοσοκομείο επιβάρυνε την κατάσταση της κυρίας Κατερίνας, η οποία έχασε πάλι τις αισθήσεις της. Την πήγαν οι γιατροί να ξαπλώσει. Ο θείος του Σπύρου έκλαιγε ασταμάτητα. Πήγε να τον δει. Όταν βγήκε δεν μας μίλησε. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο, πήρε φόρα, και κοπάνισε την γροθιά του στον τοίχο… «Γιατί Θεέ μου…», φώναξε, «ΓΙΑΤΙ; Γιατί το παλικάρι μου ρε…». Η μικρή του αδερφή έτρεξε προς το μέρος του, του έπιασε το πόδι και άρχισε να κλαίει. Αυτή την εικόνα την έβλεπες παντού, σε κάθε γωνία μέσα στο νοσοκομείο. Στο νεκροθάλαμο, μαζεύονταν συνέχεια συγγενείς, προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει πιο τρομακτικό πράγμα απο το να είσαι με την αμφιβολία, να περιμένεις την σειρά σου να μπείς σε εκείνο το δωμάτιο, μη ξέροντας αν θα βγείς με το παιδί σου νεκρό στα χέρια σου ή όχι. Η πιό συγκλονιστική αναγνώριση ήταν του πιό μικρού παιδιού, του Παναγιωτάκη Τουμανίδη.
«Σήκω αγόρι μου να φύγουμε…»
Οι θείοι του, όταν τον αναγνώρισαν, άρχισαν με λιγμούς να του φωνάζουν: «Αυτό…Αυτό είναι το παλικάρι μας. Σήκω Παναγιώτη μου..Σήκω αγόρι μου να φύγουμε, σήκω λεβέντη μουυυυ». Ήταν απίστευτο όλο αυτό που βλέπαμε και ακούγαμε, και επιβάρυνε ακόμα πιό πολύ την κατάσταση μας, την ίδια στιγμή που περιμέναμε νέα από τους δικούς μας ανθρώπους. Μανάδες πέφτανε στο πάτωμα, πατεράδες ξεσπούσαν με γροθιές στους τοίχους από την οδύνη. Ξαφνικά, είδα έναν γιατρό να κατευθύνεται προς εμάς. Δεν το ήθελα, αλλά η ώρα είχε φτάσει… Πλησίασε προς το μέρος μας. Το ύφος του, παγερό αλλά ταυτόχρονα γεμάτο θλίψη. Η μητέρα του κατάλαβε…Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει το όνομα του παιδιού της, του Σπυράκου. «Σπύρο μουουου…Αγόρι μου…Όμορφε μου…».
Ήρθε ο «μοναδικός του», ο Μάϊκ Γαλάκος
Δεν ξεχνάω ποτέ τον φίλο μου τον Σπύρο, που χάθηκε άδικα, που έφυγε από την ζωή χαρούμενος για την ομάδα του, με το χαμόγελο στα χείλη και το όνομα του Γαλάκου μέσα στην ψυχή του. Πέθανε πάνω στο καθήκον, πέθανε για την μεγάλη του αγάπη, τον Ολυμπιακό. Πέθανε όμως και εξαιτίας της απροσεξίας και της ανευθυνότητας κάποιων. Η οργή μετά απο τόσα χρόνια έχει εξασθενήσει και την έχει διαδεχθεί η λύπη και η θύμηση αυτών των παιδιών. Στην κηδεία του Σπύρου, ήρθε ο «μοναδικός του», ο Μάϊκ Γαλάκος. Ο παίκτης που τον έκανε να τρέξει στα «σκαλιά του θανάτου» για να τον συναντήσει.
Ένα τηλέφωνο στον Ολυμπιακό αρκούσε. Σημαίες, φανέλες, κασκόλ παντού. Τον συνόδευσε και μια φανέλα ακουμπισμένη στην κοιλιά του, με την υπογραφή του Μάϊκ: «Θα σε θυμόμαστε πάντα παλικάρι μου…Γαλάκος». Όταν μετά απο μήνες κόπασε ο θόρυβος από όλη την ιστορία, η οικογένεια του Σπύρου είχε ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα: Ήταν ο κύριος Νταϊφάς. Ήθελε να εκφράσει προσωπικά την λύπη του για τον θάνατο του Σπύρου. Δεν ήθελε, είπε, να πάρει πιο πρίν, γιατί οι οικογένειες των παιδιών χρειαζόντουσαν ηρεμία. Όλοι οι παίκτες τότε είχαν πάθει σοκ απο όλα αυτά τα γεγονότα. Επισκέπτονταν τα τραυματισμένα παιδιά και τις οικογένειες των θυμάτων με δάκρυα στα μάτια.
Αρκετοί από αυτούς έδωσαν απο την τσέπη τους αρκετά χρήματα στις οικογένειες. Είναι χαρακτηριστικό οτι 2 από τα 21 θύματα ήταν προσωπικοί φίλοι του Νίκου Αναστόπουλου, ο οποίος είχε προμηθεύσει ο ίδιος τα παιδιά με τα εισιτήρια της «μαύρης θύρας». Ήταν ο Μιχάλης Μάρκου με την αρραβωνιαστικιά του Ζωγραφιά Χαϊρατίδου. Θυμάμαι τον Μάικ Γαλάκο ο οποίος έλεγε ότι μία ώρα μετά από το τραγικό γεγονός, καθότανε στο γήπεδο και κοιτούσε την Θύρα 7, μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.
«Ο μικρός μου γιος πήρε το όνομά του»
Έλεγε ότι είναι απίστευτο να βάλει ο νούς του πως τα παιδιά που ήταν εκεί, που τραγουδούσαν το όνομα του Θρύλου, που γιόρταζαν τον θρίαμβο του Ολυμπιακού, αυτά τα ίδια παιδιά ποδοπατήθηκαν απο την χαρά τους για την μεγάλη νίκη την ίδια στιγμή που οι παίκτες πανηγύριζαν στα αποδυτήρια το αποτέλεσμα… Απο τότε ξαναπήγα στο γήπεδο, όχι αρκετές φορές όμως. Θυμάμαι πως όταν περνούσα έξω από το Καραϊσκάκη, ο πόνος γινόταν αβάσταχτος. Προσπαθώ ακόμα και τώρα να λέω στα παιδιά μου, για εκείνη την μοιραία μέρα. Τους έχω πεί τα πάντα για τον ΣΠΥΡΑΚΛΑ, ο μικρός μου γιός πήρε το όνομά του.
«Θρύλε, θυμήσου, πρωταθλητή σε θέλουνε ακόμα και οι νεκροί σου»
Το σύνθημα «Θρύλε, θυμήσου, πρωταθλητή σε θέλουνε ακόμα και οι νεκροί σου», μας ταρακουνάει όλους. Όταν μια διοργάνωση κατακτάται, είναι παράδοση το τρόπαιο να σηκώνεται ψηλά…Από την 8η Φεβρουαριίου του 1981 και έπειτα όμως, οι παίκτες του Ολυμπιακού, το σηκώνουν τόσο ψηλά, ώστε να μπορέσουν και τα αδέλφια μας που είναι εκεί, να το ακουμπήσουν… Αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου και αδελφού μου ΣΠΥΡΟΥ και των υπόλοιπων αδικοχαμένων πρωταθλητών αγάπης και αφοσίωσης στον Ολυμπιακό».
Οι πεσόντες στην Θύρα 7
Παναγιώτης Τουμανίδης (14 ετών)
Κώστας Σκλαβούνης (16 ετών)
Ηλίας Παναγούλης (17 ετών)
Γεράσιμος Αμίτσης (18 ετών)
Γιάννης Κανελλόπουλος (18 ετών)
Σπύρος Λεωνιδάκης (18 ετών)
Γιάννης Σπηλιόπουλος (19 ετών)
Νίκος Φίλος (19 ετών)
Γιάννης Διαλυνάς (20 ετών)
Βασίλης Μάχας (20 ετών)
Ευστράτιος Πούπος (20 ετών)
Μιχάλης Κωστόπουλος (21 ετών)
Ζωγραφούλα Χαϊρατίδου (23 ετών)
Σπύρος Ανδριώτης (24 ετών)
Κώστας Καρανικόλας (26 ετών)
Μιχάλης Μάρκου (27 ετών)
Κώστας Μπίλας (28 ετών)
Αναστάσιος Πιτσόλης (30 ετών)
Αντώνης Κουρουπάκης (34 ετών)
Χρήστος Χατζηγεωργίου (34 ετών)
Δημήτριος Αδαμόπουλος (40 ετών)