Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Μέσες άκρες


Απεχθάνομαι τα μεσαία πράγματα και τις μεσαίες καταστάσεις, κι εδώ και μερικές μέρες έχω επιπλέον λόγους. Δεν βρίσκομαι απλώς στο κατώφλι της μέσης ηλικίας, αλλά βαδίζω επικίνδυνα προς τον σκληρό πυρήνα της. Φίφτι σάμθινκ προς το φίφτι φεύγα, που λέμε και ελληνιστί. Δεν λέω πως με χτυπάει κατάστηθα κρίση μέσης ηλικίας, μάλλον την έχω ήδη περάσει, αλλά με ενοχλεί που όλο και περισσότερο πρέπει να ανέχομαι μεσαίες καταστάσεις: μέσες οδούς, μέσες λύσεις, μεσημέρια, μεσάνυχτα, μεσαίους χώρους, Μεσσήνιους νυμφίους που ερχομένους εν τω μέσω της νυκτός, μεσήλικες μεσοαστούς, μεσουρανούντες αστέρες της πολιτικής και της τέχνης, μεσοβέζικες καταστάσεις, περιόδους μεσοβασιλείας, πολυκατοικίες με μεσοτοιχίες, μεσίτες της ελπίδας, μεσολαβητές της εξουσίας, μεσάζοντες της οικονομίας, μεσόφωνους τραγουδιστές, δυσοίωνες προσομοιώσεις μεσοπολέμου, μεσοπρόθεσμα προγράμματα, μεσίστιες σημαίες. Γενικώς μια ζωή μέσες άκρες.


Κι αυτό, παρ’ όλο που τα δεδομένα μας ωθούν κυρίως στις άκρες, στα άκρα και στα όρια. Η Ελλάδα, έχοντας περάσει μια μακρά περίοδο μεσοβασιλείας όπου μεσουράνησε οτιδήποτε μεσαίο- η μεσαία τάξη, τα μεσαία στρώματα, ο μεσαίος πολιτικός χώρος- κι αποτέλεσε πρότυπο Μεσαιοχώρας, σήμερα εξωθείται με κάθε τρόπο στα άκρα. Βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού, μια δρασκελιά από τη χρεοκοπία, ένα βήμα από την έξοδο από την ευρωζώνη, μια ανάσα από την επιστροφή στη δραχμή, μια τρίχα από τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή της μετα-ψυχροπολεμικής Ευρώπης. Αυτή η ακραία κατάσταση χρησιμοποιήθηκε, άλλωστε, προεκλογικά ως το βασικό επιχείρημα για να πειστεί ο μέσος πολίτης ότι η διαχείρισή της απαιτεί μέσες και όχι ακραίες λύσεις. Αναδιαπραγμάτευση κι όχι καταγγελία του Μνημονίου, μεσολάβηση και όχι σύγκρουση. Μια μεσοβέζικη πολιτική, υποτίθεται, θα μας απομάκρυνε από την άκρη του γκρεμού. Και ο μέσος πολίτης, αυτός ο ιδεατός φορέας του μέσου νου, εξ ορισμού ακροφοβικός, στριμώχθηκε στη μέση οδό. Φευ, τρεις εβδομάδες μετά η μέση οδός αποδείχθηκε απελπιστικά στενή, βραχεία και με κατάληξη το άκρο που θέλαμε να αποφύγουμε. Ουδεμία σχέση με τη Μέση Οδό, τη λαμπρή βυζαντινή λεωφόρο που έκοβε στα δυο την Κωνσταντινούπουλη διασχίζοντας όλα τα φόρα, τις αγορές της. Η δική μας μέση οδός οδηγεί στον δια παντός αποκλεισμό από κάθε αγορά. Είναι λιγότερο οδός και περισσότερο αγωγός αποχέτευσης. 


Προφανώς, οι πιστωτές μας είναι άνθρωποι των άκρων. Μπορεί να ισχυρίζονται πως λατρεύουν τον Αριστοτέλη, ότι είναι αυθεντικοί συνεχιστές της φιλοσοφίας τους και να ομνύουν στο ιδεώδες της «μεσότητός» του, αλλά στην πραγματικότητα προτιμούν τις ακρότητες. Δεν τους αρέσουν οι μέσες λύσεις, οι μεσολαβήσεις, οι επαναδιαπραγματεύσεις, δεν έχουν καμιά διάθεση να διανύσουν ούτε καν το μισό της απόστασης ανάμεσα στο ακραία αποτυχημένο Μνημόνιο και μια πιο «μέση» εκδοχή του. Τα θέλουν όλα ή τίποτα. Για λόγους «παιδαγωγικούς» ή γιατί τους είναι αδιάφορη η κατάρρευση ενός κράτους και μιας κοινωνίας παραμένουν πιστοί στην ακραία φιλοσοφία της «θεραπείας»: η εσωτερική υποτίμηση πρέπει να φτάσει μέχρι τον πάτο, αδιάφορο πόσοι άνθρωποι θα καταστραφούν οικονομικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά. Το κράτος πρέπει να απαλλαγεί από κάθε περιουσιακό στοιχείο, αδιάφορο αν θα μπορεί να εκπληρώσει στοιχειώδεις υποχρεώσεις προς τους πολίτες. Οι πιστωτές πρέπει να πληρωθούν μέχρι τελευταίου ευρώ, αδιάφορο αν η κοινωνία πρέπει να στεγνώσει από πόρους. 


Το βασικό αποτέλεσμα αυτής της ακρότητας θα είναι μια ακραία ταξική πόλωση. Μια τεράστια πληβειακή μάζα κακοπληρωμένων μισθωτών σκλάβων και πτωχευμένων μικροαστών από τη μια, και μια ελάχιστη ελίτ του πλούτου, φοβισμένη για τα λάφυρα που αποκτά από τον σωρό των κοινωνικών ερειπίων, από την άλλη. Το να μπορέσεις να διευθετήσεις με πολιτική των μέσων μια κοινωνία των άκρων είναι ακροβασία καταδικασμένη σε πτώση στο κενό. 


Τα συμπτώματα είναι ήδη ακραία: όχι, δεν είναι εντύπωσή μας η ανησυχητική συχνότητα των αυτοκτονιών, η έξαρση της εγκληματικότητας, το κύμα φυγής των νέων ανθρώπων σε άλλες χώρες, η ένταση της ξενοφοβίας, ο συνωστισμός των λαθρομεταναστών στις λίστες επαναπατρισμού, τα κλειστά καταστήματα, τα εγκαταλελειμένα επιχειρηματικά κουφάρια, η εικόνα ενός κρατικού μηχανισμού που λειτουργεί στο ρελαντί, δεν προχωρά ούτε μπρος ούτε πίσω, είναι κολλημένος στο μέσον του πουθενά. Ή στην άκρη του γκρεμού. 


Για να λέω την αλήθεια, εγώ με τον μέσο νου της μέσης ηλικίας δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Την τελευταία πενταετία πλέον ζούμε έναν καπιταλισμό στα άκρα του. Από τη στιγμή που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση στις ΗΠΑ και επεκτάθηκε με ακραία ταχύτητα σε όλο τον κόσμο, αποκαλύφθηκαν οι ακραίοι δεσμοί της ελίτ του χρήματος με τους πολιτικούς τους εκπροσώπους. Αν εξαιρέσει κανείς τη ρητορική παρένθεση κριτικής στα golden boys των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και κάποιες αποσπασματικές προσπάθειες να περιοριστεί η ισχύς του εικονικού χρήματος, οι πολιτικές και τεχνοκρατικές ηγεσίες ενίσχυσαν την ακραία εξάρτηση της κοινωνίας από την τραπεζική πίστη. Τα κράτη, αντί να διαρρήξουν τον δεσμό με το πιστωτικό σύστημα, τον ενισχύουν ως το πιο ολέθριο σημείο. Η Ευρωζώνη είναι το πιο ακραίο υπόδειγμα. Τα κράτη, για να σώσουν τις εκτεθειμένες στον χρηματο-οικονομικό τζόγο τράπεζες, εκτίναξαν τα δημόσια χρέη τους με χρήματα που δανείστηκαν από τις ίδιες τις τράπεζες, οι οποίες έχουν ανάγκη από νέα διάσωση και πάλι με χρήματα των κρατών, έστω και υπό τη μορφή ενός κοινοτικού ταμείου διάσωσης που θα το χρηματοδοτούν πάλι τα κράτη αλλά δεν θα επιβαρύνει – υποτίθεται- το κρατικό χρέος. Θαυμάσια! Αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν διέγραφαν δια μιας το αμοιβαίο χρέος κρατών και τραπεζών να τελειώνουμε; Αυτός είναι ο περίφημος φαύλος κύκλος κρατικού και τραπεζικού χρέους που υποτίθεται ότι σπάζει με την έσχατη «μεταρρύθμισή» της η Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα η ηγεσία της δίνει θεσμική υπόσταση σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο, τον καθιστά όρο ύπαρξής της επιβάλλοντας στις κοινωνίες την ακραία λύση: όλη η Ευρώπη ένα Μνημόνιο υπέρ Πίστεως. Της τραπεζικής πάντα… 

Οι πολιτικές της Ευρωζώνης, ανεξαρτήτως της γερμανικής, γαλλογερμανικής ή ιταλογερμανικής απόχρωσης που παίρνει κάθε φορά ο άξονάς της, είναι ο ορισμός της ακρότητας. Τίποτα το μεσαίο δεν ευδοκιμεί πια εδώ. Όσοι πίστευαν στον «ρεαλισμό» της μέσης λύσης κι ανέλαβαν το πολιτικό ρίσκο της διαπραγμάτευσής της θα αναγκαστούν σύντομα να βαφτίσουν το κρέας ψάρι και το άκρον μέσον. Ή να διαχειριστούν μιαν ακραία εξέλιξη: ένα νέο ακραίο μνημόνιο, μια ακραία αποβολή της χώρας από το ευρώ, μια ακραία κοινωνική έκρηξη. Ίσως και τα τρία μαζί. Από τη σύγκρουση κοινωνίας- πιστωτών θα ξεπηδήσει το δίλημμα «ή εμείς ή αυτοί», στο οποίο δεν χωράει μέση λύση.

Μάλλον θα ζήσουμε εποχές ακραίες για μεσαίους, μέσους νόες και μεσήλικες. Η εποχή δεν αντέχει πια ούτε τον Αριστοτέλη ούτε τη μεσότητά του. 




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ίσο θα πει: κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Όταν λέω «μέσον σε σχέση προς το πράγμα», εννοώ «αυτό που απέχει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα»• αυτό, φυσικά, είναι ένα, και το ίδιο για όλους• όταν, πάλι, λέω «μέσον σε σχέση προς εμάς», εννοώ «αυτό που δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο», κάτι που, βέβαια, δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους. Παράδειγμα: Αν τα δέκα είναι πολλά και τα δύο λίγα, μέσον σε σχέση προς το πράγμα λέμε πως είναι το έξι, αφού αυτό υπερέχει και υπερέχεται κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων. Αυτό βέβαια είναι το μέσον όπως το διδάσκει η αριθμητική. Το μέσον όμως το σε σχέση προς εμάς δεν θα το ορίσουμε έτσι• γιατί αν για ένα άτομο είναι πολύ το να φάει δέκα «μερίδες» και λίγο το να φάει δύο, δεν θα πει πως ο προπονητής θα ορίσει έξι «μερίδες», γιατί και αυτή η ποσότητα μπορεί να είναι πολλή γι’ αυτόν που θα τη φάει ή λίγη: λίγη για έναν Μίλωνα, πολλή για τον αρχάριο στη γύμναση. Το ίδιο ισχύει και στο τρέξιμο ή την πάλη. Συμπέρασμα: Ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και ψάχνει να βρει το μέσον• αυτό είναι η τελική του προτίμηση ― φυσικά όχι το μέσον το σε σχέση προς το πράγμα, αλλά το σε σχέση προς εμάς.

Αριστοτέλη, «Ηθικά Νικομάχεια»

(Από τη στήλη "Ελεύθερος Σκοπευτής", Επενδυτής 7/7/2012