Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Ατλαντίς 9.757 π.χ.

του Θωμά Καλοκύρη

 Ο συναγερμός καλύπτει τις φωνές και ο μόνος ήχος που διακρίνω είναι αυτός των βημάτων μου στη λάσπη. Τρέχω να τους ξεφύγω. Χάνομαι μες στο σκοτάδι. Βήματα πλησιάζουν.
Τα κύματα θεόρατα –επί μέρες τώρα- σκάνε με θόρυβο πάνω στην τεχνητή ασπίδα της ηπείρου, το τεχνολογικό θαύμα της σύγχρονης εποχής. Η παγωνιά μου τρυπάει το δέρμα. Δε νιώθω τίποτα. Ηρεμώ και συνειδητοποιώ πως είμαι γεμάτος τρόμο κι οργή. Οργή για τον κόσμο γύρω μου, που μου προκαλεί τρόμο κι αηδία. Ένας φακός φωτίζει την κολώνα δίπλα μου. Η ανάσα μου κόβεται. Ο φακός αγγίζει τα γυμνά μου πόδια. Τα βήματα πλησιάζουν, οι φωνές πληθαίνουν. Πόσοι είναι; Είκοσι; Πενήντα; Εκατό;

Το φως του φακού με προσπερνάει. Τα βήματα σταματούν. Χωρίς να το σκεφτώ, αρχίζω και πάλι να τρέχω. Οι φωνές τους δυναμώνουν, μια σφαίρα σκίζει τον αέρα, ο θόρυβος αντηχεί στα αυτιά μου. Προσπαθώ να χαθώ στο σκοτάδι των σοκακιών. Μάταια. Μπαίνω σε ένα κτίριο σκοτεινό, οι φωνές πλησιάζουν. Ψάχνω μέρος να κρυφτώ. Κοιτάζω πάνω, δεξιά, κάτω..

Λίγη ώρα αργότερα τα βήματα απομακρύνονται. Εδώ, στη σκιά και την υγρασία του υπονόμου, θα μαι -για λίγο- ασφαλής. Προσπαθώ να ηρεμήσω. Το δέρμα μου έχει παγώσει, μαζί με κάθε συναίσθημα. Κάθε ίχνος ελπίδας χάνεται, όπως η ανάσα μου αδύναμα σβήνει στο κρύο. Κάτι αγγίζει το πόδι μου, τρομάζω. Ένα ποντίκι. Ανακούφιση. Τα ποντίκια είναι σαν άγγελοι μπροστά στο μένος των ανθρώπων. Αυτοί είναι τα πραγματικά τέρατα. Αυτούς τρέμω.

Η κοινωνία αυτή των τεράτων πρέπει να εξολοθρευθεί. Είναι μοχθηρά, άπληστα, αδηφάγα, κοντόφθαλμα τέρατα που χτίζουν ναούς από λάσπη, λατρεύοντας είδωλα για να σωθούν απ’ τον εαυτό τους. Αξίες, χα! Όλα τα παραγκωνίζει ο άνθρωπος, ώστε να προτάξει το ιδιοτελές του συμφέρον! Ιδέες, χα! Όλες του οι ιδέες βασίζονται στην ηλίθια άποψη, πως ,όταν τους δοθεί η ευκαιρία, οι άνθρωποι πράττουν το ορθό. Και ό,τι κι αν κάνουν αυτά τα όντα θα ναι πάντα δυστυχισμένα, γιατί είναι καταδικασμένα να γνωρίζουν εκ των προτέρων το μάταιο της κάθε τους πράξης. Γνωρίζουν, πως. ότι τείχη κι αν χτίσουν γύρω τους, ο θάνατος, αργά ή γρήγορα, θα λύσει την πολιορκία. Δώσ’τους φαί, θα ζητήσουν κι άλλο, δώσ’τους δικαιώματα θα τα καταχραστούν, δώσ’τους εξουσία και θα σου επιβληθούν! Δεν έχει όρια, επιτέλους, η ανικανοποίητη πλεονεξία αυτού του βρωμερού θηλαστικού;

Οι άνθρωποι με πρόδωσαν. Εγώ, όμως, θα τους ελευθερώσω. Δραπέτευσα για να τελειώσω αυτόν τον ,εξαρχής χαμένο, αγώνα επιβίωσης στη ματαιότητα. Ακούω ,αχνά, χαμόγελα από μακριά. Συλλογίζομαι αυτούς που χαμογελούν με οργή και οίκτο. Πόσο θλιβερή είναι η προσπάθεια τους να κρύψουν την απελπισία τους! Να καταπνίξουν εκείνη τη φωνή που τους σοκάρει, όταν απορροφημένοι, καθώς είναι στην κοινωνία των τεράτων, πετάγονται από το κρεβάτι τους, στις τρεις τα ξημερώματα, και συνειδητοποιούν – έκπληκτοι- πως θα πεθάνουν!

Τα χείλη μου χάσκουν ορθάνοιχτα και απορημένα, καθώς κάνω αυτές τις σκέψεις ∙ δε μπορούν –πλέον- να θυμηθούν αυτόν τον, άλλοτε προσφιλή, σχηματισμό, που θα έπρεπε να πάρουν, για να εκφράσουν αυτό που οι ηλίθιοι αποκαλούν, «χαμόγελο».

Τα σημάδια στο σώμα μου από τις κακουχίες της απομόνωσης αρχίζουν να τσούζουν κάτω απ’ την ένταση της παγωνιάς και με τραβάνε βίαια απ’ τις σκέψεις μου. Μια αστραπή με επαναφέρει στη μουντή «πραγματικότητα», όπως αρέσκονται τα τέρατα να αποκαλούν την στενόμυαλη αντίληψη τους για τον κόσμο γύρω τους. Στρέφω τα μάτια μου στο σκοτεινό ουρανό, τα ανοίγω δειλά και παίρνω την απόφαση μου.

Τα κύματα όλο και μεγαλώνουν, σκεπάζοντας το ενεργειακό τείχος, οι αστραπές διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα αστέρια έχουν κρυφτεί, εδώ και βδομάδες, από τον ουρανό της Ατλαντίδας. Τρέχω, κρύβομαι στο σκοτάδι, κατευθύνομαι προς τον Πύργο. Δυο ώρες αργότερα, ξεκουράζομαι σε μια σκοτεινή ντουλάπα των αποδυτηρίων του ορόφου 124. Θα περιμένω την αλλαγή της βάρδιας, σκέφτομαι κι αποκοιμιέμαι.

Ο ήχος της αστραπής με ξυπνάει και βγαίνω βιαστικά στο φως. Αφαιρώ τη στολή του φύλακα απ’ το άψυχο σώμα του και αρχίζω να ντύνομαι. Η κακοκαιρία μεγαλώνει. Η μεγαλύτερη της χιλιετίας, άκουσα να λένε απ’ το ψυχρό κελί μου. Αλλά κοιμούνται ήσυχα οι περήφανοι κάτοικοι της Ατλαντίδας, κάτω από τον προστατευτικό κλοιό της υπέρ-ασπίδας τους, άκουσα, επίσης, να λένε, σε άλλη μια κενόδοξη φλυαρία επί του τεχνολογικού, υπέρ-ανθρώπινου θαύματος που λέγεται Ατλαντίς. Η ζωή κυλάει ομαλά και ανώφελα κάτω από τον ουρανό που σείεται, κι εγώ κινούμαι προς το στόχο μου. Είμαι, πλέον, κοντά.

Λίγη ώρα αργότερα στέκομαι αποφασιστικά μπροστά στην είσοδο του θριάμβου. Μια απέραντη οδύνη παγώνει το αίμα μου στη θέα του θανάτου. Στη θέα των ανθρώπων της ασφάλειας, αιμόφερτων στο πάτωμα. Σκηνές γεννιούνται μέσα μου. Από μιαν άλλη ζωή - ξεχασμένη-, από έναν άλλον εαυτό. Από μια γυναίκα, από ένα τοπίο. Καταπνίγω αυτές τις σκέψεις και σφίγγω τα δόντια. Το παγωμένο μου κελί, οι ατελείωτες άψυχες νύχτες, τα βασανιστήρια πάνω στην νεανική μου σάρκα, οι βρισιές. Χωρίς οίκτο, χωρίς σταματημό. Χωρίς κανείς ποτέ να μ’ ακούσει, όσο κι αν φώναζα, σε κάθε σκίσιμο της σάρκας : «είμαι αθώος»! Αυτά μου’ χουν μείνει απ’ τον κόσμο των ανθρώπων. Έναν κόσμο που φθάνει στο τέλος του.

Πληκτρολογώ, αργά, τον κωδικό που αναγράφεται στην ταυτότητα του αρχιφύλακα. Είναι τόσο σίγουροι για την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία τους, που δε πράττουν παρά ελάχιστα για την ασφάλεια τους. Οι ανόητοι! Η πόρτα ανοίγει. Μπροστά μου ένας μοχλός. Το χέρι μου σταθερό.

Τα κύματα μεγαλώνουν και εγώ αρχίζω να γελάω δυνατά! Αρχίσω να γελάω μετά από χρόνια, να γελάω και να κοιτάω τον ουρανό. Τους μισώ. Σήμερα θα έρθει η λύτρωση. Σήμερα θα τους σώσω από το τέρας του εαυτού τους. Σήμερα θα σώσω τον εαυτό μου απ’ τα τέρατα που με επισκέπτονται τη νύχτα με ανθρώπινη μορφή. Μοναδική σωτηρία η άβυσσος. Κλείνω τα μάτια και τραβάω το μοχλό.

Ο ουρανός είναι πιο σκοτεινός από ποτέ, έχει γίνει ένα με τον αγριεμένο ωκεανό. Η ήπειρος κοιμάται. Κοιτάω ψηλά. Ένας τυφώνας νερού σκεπάζει τον ουράνιο θόλο. Το κύμα τεράστιο, απειλητικό, πλησιάζει, όπως και το προηγούμενο. Σκύβω το κεφάλι. Περιμένω να ακούσω τον ηλεκτρικό ήχο εξουδετέρωσης του πάνω στην ενεργειακή ασπίδα. Σιωπή. Μέσα σε έκσταση, κοιτάω ψηλά. Η ασπίδα έπεσε.

Ένα θεόρατο βουνό νερού σκεπάζει την Πόλη. Το ρήγμα μεγαλώνει, μέχρι που διαγράφεται, ολοκάθαρα, πλέον, το υδάτινο σκοτάδι. Έρχεται καταπάνω μου. Με παρασέρνει και με σπρώχνει βίαια στο κενό. Πέφτω από την κορυφή του Πύργου, 500 μέτρα απ’ την επιφάνεια της γης. Η Ατλαντίδα βυθίζεται.

Το κύμα τραβιέται και επιστρέφει, δέκα φορές πιο ορμητικό. Μπροστά στα μάτια μου η ήπειρος χάνεται. 300 μέτρα. Η λύτρωση είναι κοντά. Η οδύνη μετατρέπεται σε ηδονή. Επιτέλους! 200 μέτρα. Βλέπω ανθρώπους να τρέχουν. Ακούω φωνές, κλάματα. Μα δε το νιώθουν; Δε νιώθουν πως η σωτηρία είναι κοντά; 100 μέτρα. Τα κύματα παρασέρνουν κτίρια, ανθρώπους, βιβλία, μνημεία. Όλοι οι άνθρωποι που έζησαν εδώ, όσο μεγάλοι κι αν υπήρξαν στον κόσμο των ανθρώπων, όσο μεγάλο κι αν είναι το μνημείο που χτίστηκε για να τους δοξάσει, όσα πολλά βιβλία κι αν αναφέρονται σ’ αυτούς, οι ίδιοι ,σήμερα, δεν είναι τίποτα πιο σπουδαίο, απ’ τη λάσπη που βυθίζονται τα πόδια μας όταν βρέχει, ή απ’ τον μολυσμένο αέρα που αναπνέουν τα πνευμόνια μας.

50 μέτρα. Επιτέλους, η λύτρωση πλησιάζει! Κλείνω τα μάτια και ετοιμάζομαι. Ένα κλάμα φθάνει στα αυτιά μου, αδύναμο, δειλό, γεμάτο απορία. Παγώνω. Γυρνάω να δω από πού πηγάζει. 30 μέτρα. Ένα παιδί! Τα μάτια μου αντικρίζουν τα δικά του. 20 μέτρα. Αδύνατον! Προσπαθώ να φωνάξω! Τα μάτια του καρφώνονται στα δικά μου, μπήγονται στη σάρκα μου σα καρφιά! Νιώθω πόνο χειρότερο από κάθε βασανιστήριο των ανθρώπων! 10 μέτρα. Χάνομαι στα μάτια αυτά, που κρύβουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, τα μάτια τα δικά σου, που με κοιτάνε εδώ και χρόνια, κάθε άψυχο βράδυ, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά με όση δύναμη της είχε απομείνει, μέσα στα σκοτεινά, υπόγεια μπουντρούμια. 5 μέτρα. Το κύμα παρασέρνει τα μάτια μακριά κι εγώ σε μια τελευταία αναλαμπή, βρίσκω τα πάντα. 2 μέτρα.
Τι έκανα;

Πηγή "dubiumn.blogspot.gr"