Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Στις μάνες όλου του κόσμου...


Χριστιάννα Λούπα

Η αγάπη της μάνας δεν οριοθετείται, ούτε και παζαρεύεται. Η αγάπη της μάνας δεν ανταλλάσσεται, δεν αντικαθίσταται και δεν υποκαθίσταται. Η αγάπη της μάνας δεν ξεθωριάζει με το χρόνο, δεν ευτελίζεται από συμφέροντα, δεν κομματιάζεται, δεν τελεί ποτέ υπό αίρεση και αναστολή. Πάντα ακέραιη, άδολη κι ατόφια, μας συντροφεύει από την πρώτη αναπνοή μας ως την τελευταία.
Στις μάνες όλου του κόσμου είναι αφιερωμένες ετούτες οι λιγοστές γραμμές. Στις μάνες εκείνες που  σήμερα θα τους προσφέρουμε τα λουλούδια μας, αλλά και στις μάνες εκείνες που δεν έχουν την πολυτέλεια να χαρούν αυτή τη γιορτή. Στις μάνες των πόλεων και των χωριών, τις μορφωμένες και τις αμόρφωτες, τις πλούσιες και τις φτωχές, τις νέες και τις ηλικιωμένες. Στις μάνες που αγωνίζονται να βρουν λίγο ψωμί για τα παιδιά τους. Στις μάνες που ξαγρυπνούν πάνω από το παιδί τους που ψυχορραγεί.
Στη Μάνα της Πέρλ Μπακ, που μετουσιώνει το δάκρυ σε χαμόγελο στη μακρινή Κίνα. Στη μάνα του Μαλάουι, που θάβει μοναχή της το νεκρό παιδί της. Στη μάνα του Ιράν, που είδε το γιο της να πεθαίνει στην κρεμάλα. Στη μάνα εκείνη, που έδωσε το ένα νεφρό της στην κόρη της για να ζήσει. Στη μάνα του φυλακισμένου, που λιώνει στο κελί. Στη μάνα την ανύπαντρη, που παλεύει με όλους και με όλα και τη μάνα την πολύτεκνη, που ακριβοδίκαια μοιράζει την αγάπη της. Στη Ναντέντζα, τη μετανάστρια, που άφησε το παιδί της χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και καθαρίζει τις σκάλες της πολυκατοικίας μας, για να μαζέψει λεφτά να το μεγαλώσει. Στην ελληνίδα μετανάστρια του ’60, που δούλευε στη φάμπρικα της Γερμανίας κι έκανε χρόνια να δει τα παιδιά της. Στη μάνα του νεκρού στρατιώτη της Συρίας και στη μάνα του σκοτωμένου αντάρτη της Λιβύης. Στη μάνα, που γεννά μέσα στα χωράφια. Στη μάνα, που μας έδωσε ζωή απ’ τη ζωή της. Στη μάνα εκείνη, τη μισότρελη, που μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου, κλαίει πάνω στα παράσημα του σκοτωμένου γιου της. Στην κρατούμενη μάνα των γυναικείων φυλακών Ελαιώνα Θηβών, που εκτίει την ποινή της μαζί με το μικρό παιδί της. Στη μάνα της Χιροσίμα και της Αϊτής, στη μάνα του Αφγανιστάν. Στη μάνα της Σρεμπρένιτσα. Στη μάνα του Χριστού. Στη μάνα του ληστή. Στη μάνα εκείνη, που όσες φορές κι αν την πικραίνουμε, άλλες τόσες μας συγχωρεί.
Κι όλοι το ξέρουμε, θαρρώ, πως στις ανηφοριές τις κακοτράχαλες της ζωής, ένα πράγμα νοσταλγούμε: Να κουλουριαστούμε ξανά στην απόλυτη ασφάλεια της μήτρας που μας γέννησε, όπου κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει, μέχρι να περάσει ο εφιάλτης. Να χωθούμε στην αγκαλιά της μάνας – τι κι αν δεν είμαστε πια παιδιά; - όπως τότε, που μας τύλιγε με τα χέρια της κι άφηνε όλους τους κακούς και τα κακά απ’ έξω. Γιατί, για τα παιδιά, η μάνα είναι ό,τι ο Θεός για τους μεγάλους.
Η ικεσία ενός κατάδικου, μέσα από τους στίχους του Τάλμποτ Κεφαλληνού, από το ποίημά του «Σε καρτερούσα», ας κλείσει αυτό το φτωχό αφιέρωμα στις μάνες όλης της Γης:

Σε καρτερούσα - Μόνο εσύ μπορούσες να με φτάσεις
στης φυλακής το παγωμένο μου κελί
μονάχα εσύ μανούλα μου καλή
σαν όπως μια φορά να μ’ αγκαλιάσεις.
Σε καρτερούσα - Κάτσε εδώ νανούρισέ με πάλι
σαν εκείνο τον αξέχαστο καιρό
θυμάσαι που με κοίμιζες μωρό
χαϊδεύοντάς μου μάνα το κεφάλι.

Σε καρτερούσα - Τάχα τι πώς φύγανε τα χρόνια
νανούρισέ με μάνα το ποθώ
κοντά σου σαν παιδί να κοιμηθώ
κι ας γίνανε οι ξανθές μου μπούκλες χιόνια...

(Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε και τραγουδήθηκε με μοναδική ευαισθησία από τον πρόωρα χαμένο Δημήτρη Λάγιο).

*Η φωτογραφία στην αρχή του άρθρου είναι από: http://vatopaidi.wordpress.com/2010/01/15/