Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Πώς μια μικρή κρίση επικεντρωμένη στο ελληνικό χρέος μετετράπη σε επιδημία


 Του Joe Nocera, NEA, The New York Times, 2.12.11
Η ιστορική πραγματεία «Lords of Finance» (2009), στην οποία ο συγγραφέας Λιάκουατ Αχαμεντ περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν πρώτα στο Μεγάλο Κραχ και μετά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ένα βιβλίο περί σφαλμάτων πολιτικής. Κεντρικοί τραπεζίτες και υπουργοί Οικονομικών, πρόεδροι και πρωθυπουργοί: όλοι τους είναι κλειδωμένοι μέσα στις δικές τους οικονομικές και πολιτικές ορθοδοξίες. Καθένας τους είναι βέβαιος ότι η δική του είναι η μόνη λογική πορεία δράσης. Εξαιτίας των παρωπίδων τους, έκαναν διαρκώς οικονομικές επιλογές που σχεδόν έναν αιώνα αργότερα μας φαίνονται παράλογες, όμως σ' εκείνους έμοιαζαν εντελώς λογικές.
Ισως το χειρότερο από τα πολιτικά λάθη στη διάρκεια της περιόδου μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η επιμονή των Συμμάχων να καταβάλει η Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις - αποζημιώσεις που ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές στις οποίες θα μπορούσε να ανταποκριθεί η ηττημένη Γερμανία. Ως νικητές, οι Σύμμαχοι αισθάνονταν ότι ήταν δίκαιο να πληρώσει η Γερμανία για τον τρομερό πόλεμο που διεξήγαγε και δεν νοιάζονταν και πολύ για το αν οι πληρωμές αυτές θα παρέλυαν τη γερμανική οικονομία.
Πράγμα το οποίο φυσικά και συνέβη• ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1930 η χώρα είχε ουσιαστικά χρεοκοπήσει. Και η συνεχιζόμενη αξίωση των Συμμάχων για αποζημιώσεις προκάλεσε τεράστια αγανάκτηση στον γερμανικό λαό. Δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες ότι αυτός ο συνδυασμός δημόσιας οργής και οικονομικής δυσπραγίας διευκόλυνε την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ.
Σήμερα, η Γερμανία είναι αυτή η οποία κάνει πολιτικές κινήσεις που μοιάζουν παράλογες. Κλειδωμένοι στις σύγχρονες ορθοδοξίες τους, οι γερμανοί πολιτικοί κοιτάζουν την Ελλάδα με κάτι σαν περιφρόνηση. Η βοήθεια προς την Ελλάδα - βοήθεια που δίνεται με γκρίνια, όταν δίνεται - πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρά μέτρα λιτότητας, πιστεύουν οι Γερμανοί, επειδή οι Ελληνες πρέπει να μάθουν πώς να ζουν εντός των δυνατοτήτων τους, όπως κάνουν οι Γερμανοί.

Επί μήνες, η Γερμανία υποστήριζε σθεναρά την απροθυμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να κάνει το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να περιορίσει την κρίση του ευρώ: να αγοράσει και να εγγυηθεί μεγάλες ποσότητες προβληματικού κρατικού χρέους. Οταν ρώτησα τον Μάρτιν Γουλφ, τον αρθρογράφο των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», γιατί η ΕΚΤ είναι απρόθυμη να δράσει, εξήγησε ότι «αποδέχεται τη γερμανική άποψη πως η κάλυψη κυβερνητικού χρέους με παροχή ρευστότητας είναι εγγενώς ανήθικη». Ωστόσο το αποτέλεσμα ήταν, αυτό που θα έπρεπε να είναι μια μικρή κρίση επικεντρωμένη στο ελληνικό χρέος, να μετατραπεί σε μια ευρωπαϊκή επιδημία.
Αραγε οι Γερμανοί δεν μπορούν να δουν ότι η οικονομία τους ήταν ο μεγάλος ωφελημένος της οικονομικής φούσκας που έκανε την Ελλάδα - και τις άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης - να χρεωθεί υπερβολικά, επειδή αγόραζε γερμανικά εξαγωγικά προϊόντα; Δεν καταλαβαίνουν ότι οι τράπεζές τους θα πρέπει να μοιραστούν την ευθύνη επειδή δάνειζαν σε χώρες που δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους; Δεν αντιλαμβάνονται ότι η κατάρρευση της ευρωζώνης - κάτι αδιανόητο πριν από έναν χρόνο και ίσως αναπόφευκτο τώρα - θα πλήξει τη Γερμανία πολύ περισσότερο απ' ό,τι την Ελλάδα; Αλλα νομίσματα θα υποτιμηθούν έναντι αυτού της Γερμανίας, καθιστώντας πολύ ακριβότερες τις γερμανικές εξαγωγές. Και οι γερμανικές τράπεζες - με ανεπαρκή κεφαλαιοποίηση και παραγεμισμένες με κρατικά ομόλογα - θα αντιμετωπίσουν μια μεγάλη κρίση ρευστότητας όταν άλλα κράτη θα υποτιμούν ή θα χρεοκοπούν.

Θα πίστευε κανείς πως όλα αυτά θα ήταν προφανή για τους Γερμανούς. Ομως δεν είναι. Η Γερμανία δεν μπορεί να ξεπεράσει το γεγονός ότι της ζητούν να διασώσει τις χώρες του «μεσογειακού κλαμπ», στις οποίες ουδείς πληρώνει φόρους και όλοι συνταξιοδοτούνται από τα 50 τους. Από τη γερμανική πλευρά, αυτό δεν είναι δίκαιο. Και η θέση αυτή καλύπτει ακόμη και τα πιο ισχυρά οικονομικά επιχειρήματα, πως η διάσωση της Ελλάδας και των άλλων χωρών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα βοηθάει και τη Γερμανία.
Πρέπει όμως να ξεπεράσουμε τις εμμονές με το τι είναι δίκαιο, γιατί αλλιώς δεν θα βγούμε ποτέ από το σημερινό χάλι. Το μόνο πράγμα που θα πρέπει να μετράει είναι το τι λειτουργεί.