Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Το περιττό και το αναγκαίο


Της Αμάντας Μιχαλοπούλου *

 ∆εν υπάρχει πιο σοφή εφεύρεση από τον µηδενισµό του χρόνου στο τέλος της χρονιάς. Ολοι αγκαλιάζονται και φιλιούνται µε παιδιάστικο ενθουσιασµό την παραµονή του νέου έτους: µετέωροι στην αγκαλιά του χρόνου θέλουν να σβήσουν τα βάσανα και τον πόνο, να ελπίσουν σε κάτι ξανά. Αν και φέτος η ελπίδα δεν είναι της µόδας. Το νιτσεϊκό τέλος της βεβαιότητας διανύει µία από τις πιο λαµπρές του στιγµές στη σύγχρονη Ελλάδα. Χανόµαστε, βυθιζόµαστε, πέφτουµε• τα πρωτοσέλιδα των εφηµερίδων περιγράφουν σε όλους τους τόνους την πτώση.

Ακόµη ωστόσο κι ο Νίτσε που µιλούσε τόσο πειστικά για τον θάνατο της µεταφυσικής αναρωτιόταν σ’ ένα κείµενό του περί ευδιαθεσίας: «Ποιος είναι σε θέση να µαντέψει αρκετά ώστε να γίνει ο δάσκαλος και ο προάγγελος αυτής της τροµερής λογικής του τρόµου, ο προφήτης ενός σκοτεινιάσµατος και µιας έκλειψης Ηλίου που όµοιά της ίσως δεν συνέβη µέχρι τώρα στη Γη;». Ποιος στ’ αλήθεια; Ο δηµοσιογράφος; Ο πολιτικός; Η τρόικα; Ο νεόπτωχος άνεργος;

Χάνοντας µια βεβαιότητα συνήθως κερδίζεις µια άλλη. Κανείς δεν µιλάει για τη νέα βεβαιότητα της νεοελληνικής κοινωνίας που δεν είναι άλλη από τη βαθιά συνείδηση της αποτυχίας του πολιτικού συστήµατος. Εχουµε στα χέρια µας.....έναν ανεκτίµητο θησαυρό: το τέλος της αυταπάτης για το ∆ηµόσιο, τα φακελάκια, τα κόµµατα, τα τζιπ, τα διακοποδάνεια, τις εκλογές και εν τέλει τη σηµερινή δηµοκρατία. Τα ξέρουµε όλα κι ας αντιστεκόµαστε στην αφοµοίωσή τους. 

Από κεκτηµένη ταχύτητα παρακολουθούµε ακόµα τηλεοπτικές ειδήσεις, ακούµε δηλώσεις βουλευτών που διεκδικούν αποζηµιώσεις, περιµένουµε να µάθουµε από άλλους νέα για ό,τι µας έχει συµβεί. 
Βαθιά προσβεβληµένοι, αναρωτιόµαστε πότε θα διεκδικήσουµε τα δικαιώµατά µας και πώς ακριβώς θα συµβεί αυτό. ∆εν αναφέροµαι στην αγανάκτηση. Η αγανάκτηση είναι το ψυχικό σπορ των ανθρώπων που αφού δέχτηκαν να σηκώσουν το βάρος της ενοχής («Μαζί τα φάγαµε») τρέµουν απ’ τον θυµό τους και θέλουν να τα σπάσουν όλα, να πετάξουν δύο-τρία γιαούρτια και τελικά να ξαναψηφίσουν όσους τους εµπαίζουν συστηµατικά τις τελευταίες δεκαετίες. 
Το βασικό µας δικαίωµα το ψυχανεµιζόµαστε τις µέρες των γιορτών, κυρίως λόγω της έλλειψης εορταστικού κλίµατος. Είναι το αντίθετο της απόγνωσης και ονοµάζεται χαρά, ευδιαθεσία. Ποιος θυµάται ακόµα αυτές τις λέξεις; Ή µήπως ηχούν παιδαριώδεις και άστοχες εν µέσω κρίσης; Οµως δεν είναι.
Η µόνη προοπτική προόδου αυτή τη στιγµή είναι η συνειδητή µετατόπιση προς τη µεριά της ζωής. Πώς «επιτρέπεται» να νιώθει κανείς στις δραµατικές συγκυρίες; Σαν τσακισµένο καράβι διαρκώς; Ή «ευδιάθετος και χαρούµενος µέσα σε σκληρές αλήθειες», όπως µάς προτείνει – στην πιο φωτεινή φιλοσοφική του στιγµή – ο Νίτσε ξανά; 

Αρκετοί θα θεωρήσουν ανεδαφική αυτή την επιχειρηµατολογία. Αλλο θαύµα του καπιταλισµού κι αυτό: ό,τι δεν ηχεί χρηστικό, επιτρεπτό από τις συνθήκες, είναι εξοβελιστέο. Η λέξη πρόοδος ήταν και παραµένει συνώνυµο της οικονοµίας, ποτέ του πολιτισµού. Μήπως ήρθε η ώρα να εισαγάγουµε νέους ορισµούς για την πρόοδο – για το τι είναι χρήσιµο και ηθικό; 

∆είγµατα νέου ήθους αποτυπώνονται, όπως πάντα, στους τοίχους: «Αντιδράστε, µην γκρινιάζετε» έγραψαν κάποιοι µε σπρέι. 
Κι είναι αλήθεια: η γκρίνια ως αναπόληση του καπιταλιστικού πυρετού είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να ξεφύγουµε από τη µέγκενη του προβλήµατος. Η γκρίνια είναι τεµπελιά. 

Τις τελευταίες δεκαετίες η αφήγηση της ζωής µας έµοιαζε τόσο πολύ µε απαρίθµηση αγαθών ώστε δυσκολευόµαστε να επινοήσουµε νέες αφηγηµατικές τεχνικές και να µιλήσουµε γι’ αυτό που είµαστε, γι’ αυτό που θέλουµε, γι’ αυτό που φοβόµαστε, εν µέσω κρίσης. 

Πώς να σκεφτείς όταν όλοι γύρω φωνάζουν; Να όµως που η κρίση είναι, πέρα και πάνω απ’ όλα, ευκαιρία ανασυγκρότησης. Θέτει διαρκώς ερωτήµατα που µας στριµώχνουν• όχι µόνο οικονοµικά, αλλά και ψυχικά: Τι θέλουµε να κρατήσουµε και τι ν’ αφήσουµε προκειµένου να είµαστε αν όχι ευτυχισµένοι τουλάχιστον ευδιάθετοι; 

Θα το πω κι αλλιώς, µ’ ένα παράδειγµα απ’ τον χώρο µου. Στα µαθήµατα δηµιουργικής γραφής οι φοιτητές καταφθάνουν µε περίπλοκες φράσεις, επιθετικούς προσδιορισµούς, πολλές δευτερεύουσες προτάσεις. Φοβούνται να σβήσουν, να βάλουν τελεία, να διατυπώσουν καθαρά αυτό που θέλουν να πουν. Αντιµετωπίζουν µε δυσπιστία κάθε παραίνεση να εντοπίσουν και να απαλλαγούν από το περιττό. 

Καθώς µαθαίνουν να αποχωρίζονται, ένα µικρό θαύµα συντελείται. ∆είχνουν ανακουφισµένοι, σαν ταξιδιώτες που ταξιδεύουν µε ελαφριά βαλίτσα. Να τι προτείνω: να δοκιµάσουµε αυτή την τακτική και στη µεγάλη αφήγηση της ζωής µας, σβήνοντας το περιττό, κρατώντας το αναγκαίο, διορθώνοντας διαρκώς, κατά συνείδηση, την προσωπική µας ιστορία. 

* Η κ. Αμάντα Μιχαλοπούλου είναι συγγραφέας

www.tovima.gr