Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Έτσι, χτες, έφυγε...οριστικά!..

Του καθηγητή Γιώργου Πιπερόπουλου

Το πρόβλημα των θανάτων από ναρκωτικά ΔΕΝ φαίνεται να βρίσκει λύση και οι αριθμοί όχι μόνο ΔΕΝ μειώνονται αλλά, δυστυχώς, αυξάνονται και μέσα στο γενικευμένο κλίμα οικονομικής αστάθειας, αυξανόμενης ανεργίας και προοπτικών εξαθλίωσης σε σχέση αντιστρόφως ανάλογη με τα καταγραφόμενα περιστατικά μειώνεται το ενδιαφέρον της Ελληνικής κοινής γνώμης, μειώνεται στη συλλογική μας συνείδηση η σημασία του θανάτου για την οικογένεια που χάνει ένα παιδί, απαξιώνεται η ζωή ατόμων που είναι κυριολεκτικά «άρρωστα»…

Θα σας ξαφνιάσω σήμερα με την τοποθέτησή μου και μολονότι δε θέλω να παρουσιασθώ μελοδραματικά, μετά από σαράντα πέντε (45) χρόνια εμπειρίας με «χρήστες» από τη Νέα Υόρκη και τη Βοστόνη, μέσω Μονάχου και Σάλτσμπουργκ μέχρι τη Θεσσαλονίκη μας πιστεύω και θεωρώ ότι ίσως το παρακάτω «ψυχογράφημα» θα αγγίξει τις χορδές της ανθρώπινης ευαισθησίας που μοιάζει –κάτω από πολλά και δύσκολα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινότητάς μας– να έχουν χάσει την ικανότητά τους να αφουγκράζονται τον πόνο και τη δύναμή τους να τον απαλύνουν…
------- 
Ήταν ένα εικοσάχρονο λεπτό, χλωμό, λιγομίλητο παλικάρι... Κάπου, ανάμεσα στο λύκειο και το πανεπιστήμιο η μικροαστική του ανία βρήκε διέξοδο. Στην πολυπρόσωπη, απρόσωπη παρέα επαναστατημένων φίλων του. Κοινός παρονομαστής της «φιλίας» τους η διάχυτη, ανεξακρίβωτη αλλά πραγματική αίσθηση της «καταπίεσης»... 
Σε άλλες εποχές, εδώ στην πόλη «Νύφη του Θερμαϊκού» καταπίεση σήμαινε φτώχεια, υποχρέωση για «μεροδούλι», έλλειψη όχι της ελευθερίας να χαρείς τη ζωή αλλά των πόρων που θα βοηθούσαν στις ελεύθερες ώρες να χαρείς τη ζωή!
Αλλά ο κόσμος άλλαξε, άλλαξαν οι καιροί... Σωστά!
Τώρα υπάρχουν οι πόροι στριμωγμένοι στο ασφυκτικό τεσσάρι μιάς κακόγουστης πολυκατοικίας σε αυτήν την τόσο αλλαγμένη, πολύβουη, ξάγρυπνη, αεικίνητη, πολυάνθρωπη και συνάμα απάνθρωπη πόλη...
Η ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ φαίνεται να ξεκίνησε νωρίς, καθώς ο πατέρας πάσχιζε να εξασφαλίσει τους «πόρους» και η μάνα δούλευε για την αύξησή τους... Το λεπτοκαμωμένο, χλωμό παιδάκι δεν καταλάβαινε από πόρους, από μάρμαρα Ιωαννίνων και κρύσταλλα Βοημίας...
Καταλάβαινε, όμως, τη γλυκιά ζεστασιά της μητρικής αγκαλιάς... εκείνο το χάιδεμα του πατέρα... Του έλειπαν αφόρητα αυτά τα απλά πράγματα που δεν αγοράζει το χρήμα που γέννησε την αδιαφορία.
Έτσι τουλάχιστον το είδε αυτός! 
Όταν κοιτάς από χαμηλά, ο κόσμος των μεγάλων είναι συναρπαστικός, απρόσιτος, μαγικός... Θέλεις, κάθε παιδί θέλει, να μακρύνουν ξαφνικά τα πόδια σου, να μακρύνουν τα χέρια σου να τους αγκαλιάσεις και να τους φτάσεις... Να ψιθυρίσεις στο αυτί τους... «Ε, παιδιά, τι γίνεται; Εμένα με... ξεχάσατε;»
Ο αγώνας μεταφράζεται σε σύμβολα της επιτυχίας μέσα στα σύγχρονα αστικοβιομηχανικά μας πλέγματα και καθώς απομυζά την ικμάδα, τη ζωντάνια, τα συναισθήματα, την αγάπη μας, πολλαπλασιάζονται τα κρύσταλλα και οι πορσελάνες και τα μάρμαρα... Τα άψυχα κομψοτεχνήματα της επιτυχίας μας, της... ευπορίας μας! 
Η αθέλητη κούραση των γονιών που δουλεύουν ώρες ατέλειωτες, στην ψυχή του παιδιού γεννά την ανάγκη για ΦΥΓΗ από την οδυνηρή πραγματικότητα που παίρνει πολλές μορφές. Το εικοσάχρονο, ευαίσθητο, χλωμό, λιγομίλητο παλικάρι ήθελε από πολύ καιρό να ΦΥΓΕΙ! 
Και χθες τούτη η καταραμένη δόση ηρωίνης το βοήθησε να φύγει... ΟΡΙΣΤΙΚΑ!..

Πηγή "Πενταπόσταγμα"