Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Πτώχευση εντός ή εκτός ευρώ


Του Θεόδωρου Παπαηλία, καθηγητή ΤΕΙ Πειραιά
Μετά τις εκλογές έχει δοθεί μεγάλη έμφα­ση, από πλείστους όσους φιλοευρωπαϊστές, ότι η αλλαγή στη Γαλλία και η δει­νή θέση στην οποία θα περιέλθει η Ισπανία και η Ιταλία και άλλες χώρες θα απαλύνουν τα πλαίσια του μνημονίου. Παράλληλα, η πτώση των μισθών και η σχετική σταθερότητα πιθανόν να έχουν ως αποτέλεσμα την επανάκαμψη μέρους του κεφα­λαίου, το οποίο επικερδώς θα μπορεί να τοποθε­τηθεί σε διάφορες εταιρείες. Η ενεργοποίηση του ΕΣΠΑ, πιθανό δάνειο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανάπτυξης και ίσως η έκδοση Ευρωομολόγων να δώσουν κάποια ανάσα στην οικονομία. Ίσως ξε­κινήσει η εκδίωξη μέρους των μεταναστών, ώστε να ικανοποιηθεί το αίσθημα των συντηρητικών και ακροδεξιών ψηφοφόρων και άρα να περιορι­σθούν οι ρωγμές προς τα δεξιά.
Έτσι, για κάποιους μήνες, είναι πιθανόν το σύ­στημα της συγκυβέρνησης, καρκινοβατώντας και παρά τις εσωτερικές αντιδράσεις, να επιβιώ­σει προσδοκώντας την αλλαγή στις συνθήκες της Ε.Ε.

Οι οικονομικές προτάσεις: ένα σχόλιο
Το αδιέξοδο εντοπίσθηκε το 2009. Ακραία ανισοσκελής προϋπολογισμός, δυσεπίλυτο χρέος, εξοντωτικό έλλειμμα στις εξωτερικές συναλλα­γές.
Βραχυχρονίως, η σκέψη για κάμψη του δημο­σίου ελλείμματος ήταν ορθή. Ωστόσο, τα μέτρα ήταν ατελέσφορα και μονόπλευρα. Ακόμα και σήμερα, με συντηρητικούς υπολογισμούς, του­λάχιστον ένα 10% του πληθυσμού δεν έχει υπο­στεί καμιά (ή έχει υποστεί ελάχιστη) μείωση των εισοδημάτων του. Η φοροδιαφυγή οξύνει το πρόβλημα, αφού τα θύματα της φορολογικής πολιτι­κής είναι αυτά που δεν δύνανται ευκόλως να δι­αφεύγουν. Πλέον του 50% του πληθυσμού δεν συνεισφέρει στο κρατικό ταμείο. Άρα, τα βάρη στους συνεπείς, κατά μια οπτική, σχεδόν διπλασιάζονται. Τοιουτοτρόπως, η απότομη προσπάθεια αποπληθωρισμού οδηγεί σε ακρότητες (γενικευ­μένη ύφεση, ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέ­δου μεγάλης μάζας πληθυσμού). Ταυτοχρόνως, η φτώχεια ανασύρει παράγωγες κοινωνικές σκέ­ψεις: το έχειν καθίσταται μισητό από αυτούς που το στερούνται.
Η πρόταση για αναδιαπραγμάτευση του μνημο­νίου συνιστά προσωρινή λύση. Γιατί χωρίς αύξηση του παρονομαστή, του ΑΕΠ, το χρέος ως ποσοστό του, όπως και το έλλειμμα θα διευρύνονται ή εν πάση περιπτώσει θα αδυνατούν να ελαττωθούν περαιτέρω. Αύξηση του ΑΕΠ θα ανεβάσει τα δη­μόσια έσοδα και θα μειώσει τα ελλείμματα και το χρέος. Η ασκούμενη φορολογική πολιτική μέσω εισαγωγής τεκμηρίων διαβίωσης κ.λπ. δεν στερεί­ται νοήματος. Παρ’ όλα αυτά, με τη μέθοδο αυτή συλλαμβάνεται ο μικροαυτοαπασχολούμενος (η «μαρίδα»). Οι πιο εύρωστοι και οι μεγαλοεπιχει­ρηματίες μέσω δικλίδων ασφαλείας (εξωχώριες εταιρείες, χρηματοδοτική μίσθωση κ.λπ.) δια­φεύγουν. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι μέσω τεκμηρίων αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η φο­ροδιαφυγή, αποδεικνύεται μύθος. Απλώς συλ­λαμβάνεται τμήμα των μικροεπαγγελματιών με απόρροια τον πολλαπλασιασμό της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Αυτός ήταν και ο ουσιώδης λόγος που δεν εισήχθησαν τεκμήρια το 2010.
Οι διατυπωθείσες υποθέσεις: εντός ή εκτός ευρώ δείχνουν ότι η χώρα ευρίσκεται προ καβδιανών δικράνων.
Μια έξοδος και εισαγωγή άλλου νομίσματος θα οδηγήσει σε υποτίμηση τουλάχιστον 50% στους πρώτους μήνες. Αυτό όμως θα επιφέρει και άνοδο του χρέους. Τεκμαίρεται, λόγω της δυ­ναμικής που δημιουργείται, μια ριζική ελάττωσή του να είναι επιθυμητή. Μια διαγραφή του δη­μοσίου χρέους κατά 80% (ίσως και επιπλέον) θα πρέπει να είναι στα υπ’ όψιν. Ο πληθωρισμός, ώς έναν βαθμό, θα αντιμετωπισθεί με αγορανομι­κούς ελέγχους. Σύμφωνα με τους ξένους οίκους, ερευνητές κ.λπ., που είναι όμως μάλλον άσχετοι της ελληνικής πρακτικής, η υποτίμηση θα οδη­γούσε σε άνοδο των εξαγωγών και πτώση των ει­σαγωγών. Όλα αυτά θα είχαν μετρήσιμο αποτέλεσμα, εάν εφαρμόζονταν σε μια συγκροτημένη χώρα. Η Ελλάς εξάγει ελάχιστα και αναγκάζεται να εισάγει πρώτες ύλες, ημικατεργασμένα προϊ­όντα και πλείστα όσα εμπορεύματα, με συνέπεια να παραμένει πλήρως εξαρτημένη σε βασικά αγα­θά τόσο του πρωτογενούς τομέως (στάρι, γάλα, κρέας κ.λπ.) όσο, κυρίως, του δευτερογενούς (ερ­γαλεία, μηχανές, καταναλωτικά προϊόντα κ.λπ.). Τοιουτοτρόπως, με εξαίρεση την κάμψη των αγα­θών «πολυτελείας»,1 και κάποιων δευτερευόντων υπηρεσιών, οι εισαγωγές θα μειωθούν ολιγότερο από ό,τι εκ πρώτης όψεως νομίζεται (μη λαμβα­νομένης υπ’ όψιν της μαύρης αγοράς σε ποικίλα προϊόντα, όπως καπνός, ποτά, που θα ανακύψει). Αντιθέτως, θα εκτιναχθεί το κόστος των «βασικών αγαθών», αφού στηρίζονται σε εισαγωγές (από τρόφιμα μέχρι επισκευή αυτοκινήτων).

Η αδυναμία αποφυγής της πτώχευσης
Περαιτέρω συρρίκνωση των εισοδημάτων ή (και) απολύσεις, όπως επιβάλλει μέχρι στιγμής το μνημόνιο, οδηγούν ευρύτατα τμήματα του πληθυ­σμού στην ανέχεια. Ήδη το 1/4 του εργατικού δυ­ναμικού βρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας. Αν λη­φθούν υπ’ όψιν και οι λαμβάνοντες μέχρι 900 (εν­νιακόσια) ευρώ μισθό (ή σύνταξη), τότε πλέον του 60% των Ελλήνων βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας (κάτω από το όριο συντήρησης, με όποιο κριτήριο αυτό και αν ορισθεί). Έχοντας κατά νου και το ύψος του τιμάριθμου, τότε το 2013 το εισό­δημα των 2/3 των πολιτών θα κυμαίνεται χαμηλό­τερα από αυτό του 1990 (ένα τέταρτο του αιώνος πριν). Τουτέστιν, το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» γι’ αυτά τα στρώματα (των ανέργων ή των μερικώς απασχολουμένων) στερείται νοήματος (αφού ήδη είναι πτωχευμένοι). Προκειμένου να επιτευχθεί ισοσκελισμένος προϋπολογισμός (το πρόγραμμα των δανειστών μη στερούμενου χιούμορ ομιλεί για πλεόνασμα), οφείλεται να επιβληθούν πρό­σθετα μέτρα και σύλληψη μέρους της φοροδια­φυγής (προφανώς τμήματος μόνο της μεσαίας τά­ξης, καθότι η ανώτερη θα παραμείνει εξ ορισμού στο απυρόβλητο).2
Εφ’ όσον γίνει δεκτή κάποια επιμήκυνση της εφαρμογής των μέτρων και διαφοροποιηθεί η αντίληψη περί έντονης λιτότητας ως φαρμάκου στους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς που επι­κρατεί στην Ευρώπη, ελέω Γερμανίας, είναι δυνα­τόν να σταματήσει η κάθοδος και να λιμνάσει η οι­κονομία σε χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, τα αίτια της ύφεσης (βλέπε «Ποντίκι» 1.3.2012) είναι άλλα και η κρίση δεν έχει να κά­νει με ό,τι στην Πολιτική Οικονομία απαντάται ως οικονομικές διακυμάνσεις. Δεν προέκυψε ως συ­γκυριακό φαινόμενο, ούτε ως τραπεζικό τοξικό, ούτε λόγω υπερθέρμανσης της οικονομίας. Το έλ­λειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κα­θρεφτίζει τις παθογένειες του ελληνικού υποδείγ­ματος ανάπτυξης και των συνθηκών εντός των οποίων λειτουργεί η χώρα.

Στην ΕΟΚ
Η ένταξη στην ΕΟΚ το 1981 περιόρισε τις ασθε­νικές προοπτικές ανάπτυξης. Ενώ μέχρι τότε η χώρα ήταν πλεονασματική στο ισοζύγιο αγροτι­κών προϊόντων με την Ε.Ε., από το έτος αυτό και μετά κατέστη το έλλειμμα διαρκές γεγονός. Είναι εξηγήσιμο γιατί η χώρα αδυνατεί, σε μεγάλο βά­θος χρόνου, να καταστεί αυτάρκης σε ορισμένα βασικά προϊόντα (βόειο κρέας, γάλα, σίτο κ.λπ.). Μολαταύτα, διαθέτει δυνατότητες να είναι αυ­τάρκης και να προχωρεί σε εκτεταμένες εξαγω­γές σε πληθώρα άλλων (κηπευτικά, εσπεριδοει­δή, οίνο κ.λπ.). Με την ένταξη στην ΕΟΚ δεν πα­ρουσιάσθηκε απλώς αλλαγή των όρων εμπορίου, αλλά στρέβλωση του όλου υποδείγματος (αφού οι άφθονες επιδοτήσεις υπέσκαψαν τις επενδύ­σεις και δημιούργησαν αρνητικό κλίμα για ανα­διάρθρωση της παραγωγής). Οι επιδοτήσεις, το συμπληρωματικό χρήμα, δεν χρηματοδότησαν, όπως ήταν επόμενο, καινοτόμους πρωτοβουλί­ες (κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε αλλαγή καλλιερ­γειών κ.λπ.). Το 1980 η αγροτική οικονομία εί­χε οδηγηθεί σε στασιμότητα3. Όταν οι εισροές – μέσος κλήρος 30 στρέμματα (και πολυτεμαχισμένος), με υψηλή εκμηχάνιση και μεγάλη χρή­ση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων (με κόστος εισροών που έχει ενδογενή τάση ανόδου) – εί­ναι οι ανώτατες δυνατές, τότε ο όγκος παραγω­γής δεν μπορεί να μεταβληθεί, εκτός και εάν δια­φοροποιηθεί ουσιωδώς η αναλογία των συντελε­στών (αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, αύξηση της γης κ.λπ.). Στην αλλοδαπή ως λύση πρόβαλε η αγροτική έξοδος (ήδη από το 1900 το ποσοστό των χωρικών στην Αγγλία ήταν ασήμαντο). Αλλά στην Ελλάδα η μεταποίηση δεν δημιουργεί αρκε­τές θέσεις εργασίας, με συνέπεια να λιμνάζει ο αγροτικός πληθυσμός. Αφέθηκε στη φύση (γήρανση των γεωργών) να υλοποιήσει αυτό που απέφυγαν οι πολιτικοί. Περαιτέρω οι επιδοτή­σεις λειτούργησαν ως από μηχανής θεός (επει­δή η κυβέρνηση των ετών 1974-79 αδυνατού­σε να επιλύσει το ζήτημα, προκρίθηκε η ένταξη στην ΕΟΚ γι’ αυτούς τους λόγους).4 Στο επόμε­νο διάστημα ο τουρισμός δημιούργησε ή αύξη­σε τα εξωγεωργικά εισοδήματα και ο μιμητισμός εξίσωσε τα καταναλωτικά πρότυπα χωριού - πό­λης. Συνεπώς, το όποιο καθαρό προϊόν προέκυ­πτε, οδηγείτο στην κατανάλωση. Η είσοδος της Ελλάδος στο ευρώ και η διαρκής ανατίμησή του έναντι του δολαρίου κ.λπ. καθιστούσε ακριβότε­ρα τα προϊόντα μιας κατατμημένης«μηχανής» (προσανατολισμού δεκαετίας 1960). Το εμπόριο, τόσο λόγω της ΚΑΠ όσο και λόγω έλλειψης στρα­τηγικής, διεύρυνε τις εισαγωγές, καταρρακώνο­ντας περαιτέρω τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Αν συνυπολογισθεί η αδυναμία του εσωτερικού εμπορίου, τότε προβάλλει το αδιέξοδο. Όθεν και ανάκαμψη, μεσοπροθέσμως, είναι δύσκολο να αναφανεί στον παραδοσιακό τομέα.
Η βιομηχανία - βιοτεχνία μετά την ένταξη (1981) - άρχισε να χάνει τον βηματισμό. Η πα­γκοσμιοποίηση πολλαπλασίασε τα προβλήματα, καθιστώντας δύσκολα αναστρέψιμη την εξέλιξη. Η είσοδος στο ευρώ (2002) υπέσκαψε τις ελπί­δες ανάκαμψης. Η χώρα διαθέτει κατά παρόμοιο τρόπο με τον αγροτικό τομέα μεγάλο αριθμό κα­ταστημάτων με ελάχιστο αριθμό εργαζομένων σε αυτά (Αναλυτικά: «Ποντίκι» 10.5.2012 και 17.5.2012). Ήταν επόμενο, χωρίς καινοτομίες, οι οποίες δύσκολα επιτυγχάνονται σε οικογενεια­κές, ισχνής κεφαλαιακής συσσώρευσης, εταιρεί­ες, με μετρίως ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, να καρκινοβατεί η παραγωγή. Αλλά το είδος Έλλην επιχειρηματίας αποτέλεσε τη χαρακτηριστι­κή αδυναμία: Βοσκός ή χωρικός το 1950 ή και το 1970 ακόμα, επενδυτής το 1990 ή το 2010. Είναι προφανές ότι παρόμοια δομή δεν ήταν σε θέση να ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα και να ανταγωνι­σθεί τα εμπορεύματα ανεπτυγμένων χωρών. Οι όποιες εξαγωγές σε τρίτους, οικονομικά υποδεέ­στερους (Μέση Ανατολή, Βόρειος Αφρική κ.λπ.), για σύνθετους λόγους δεν ήταν δυνατόν να διατη­ρηθούν επί μακρόν.

Συμπεράσματα.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις δομικές αδυναμί­ες της ελληνικής οικονομίας (βλέπε «Ποντίκι» 10.5.2012) η κρίση δεν υπήρξε ούτε τυχαία, ούτε προήλθε εξαιτίας της κατάρρευσης του χρηματο­πιστωτικού συστήματος, όπως υποστηρίζεται. Ορ­θότερο θα ήταν να εξετάζεται γιατί δεν συνέβη το 1950 ή το 1960 κ.λπ. Με τις πολιτικές των δανει­στών (μνημόνια) γίνεται προσπάθεια άρσης αδυ­ναμιών σε σύντομο χρονικό διάστημα. Κάποια μέ­τρα (ραγδαία συρρίκνωση μισθών) διεύρυναν το πρόβλημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο περιορισμός του δημοσιονομικού ελλείμματος δεν έπρεπε να επιδιωχθεί ή να μην υπάρξουν διαρθρωτικές αλ­λαγές (συρρίκνωση διαφόρων οργανισμών, μείω­ση του κόστους λειτουργίας της δημόσιας μηχα­νής, επεμβάσεις στο σύστημα Υγείας και Ασφάλι­σης που είναι διάτρητο κ.λπ.). Το ατύχημα είναι ότι αυτά θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν σε συνθή­κες οικονομικής ανόδου και όχι κατάρρευσης (βέ­βαια, όταν δεν πιέζει ασφυκτικά το πρόβλημα, κάθε πολιτικός, και δη Έλλην, δύσκολα αλλάζει ή βελτιώνει τον «κινητήρα»).
Έτσι, η αδυναμία παραγωγής εμπορευμάτων (όπως εκτέθηκε) δημιουργεί χαμηλό ΑΕΠ και υψη­λή ανεργία. Το Δημόσιο αδυνατεί πλέον, λόγω κρί­σης, να απορροφήσει την πλεονάζουσα εργατική δύναμη. Το πενιχρό εισόδημα οδηγεί σε ελαττω­μένα φορολογικά έσοδα, άρα χαμηλά έξοδα, δη­λαδή αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών (πε­ρίθαλψης, εκπαίδευσης). Τοιουτοτρόπως, από το ένα μέρος η ανεργία, από το άλλο τα ανεπαρκή εισοδήματα και η αδυναμία λειτουργίας κράτους πρόνοιας γεννούν γενικευμένη αντίδραση. Εφ’ όσον ακόμη και σήμερα κανένα κόμμα δεν δια­θέτει οικονομική πολιτική, μοιάζει να είναι αδύ­νατο ένα «ξελάσπωμα» της παραγωγικής μηχα­νής. Άρα είτε εντός ευρώ, με αναπόφευκτη συ­νεχή συρρίκνωση των μισθών και εξαθλίωση του κράτους πρόνοιας, είτε εκτός ευρώ, αφού η λαϊκή δυσαρέσκεια πιθανόν να μην επιτρέψει διατήρη­ση του μνημονίου, πιστεύοντας ότι η έξοδος από το ευρώ συνιστά λύση, η πτώχευση προβάλει ante portas (εκτός και αν αναδυθεί κάποια αλλαγή στο εξωτερικό περιβάλλον και αμβλυνθεί κάπως η βαρβαρότης).
Ωστόσο, ο μέσος πολίτης θα πάψει να συγκρίνει το σήμερα με το 2008, αλλά με εκείνο του 2010 ή 2011, καθώς θα αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η ύφεση δεν του μείωσε ούτε τυχαία, αλλά ού­τε παροδικά το εισόδημα. Αυτή η διαχείριση της φτώχειας, σύνηθες φαινόμενο στις κρίσεις, δίνει ελπίδες στην καθεστηκυία τάξη για επιβίωση. Ένα τμήμα των διαμαρτυρομένων αργά, αλλά σταθε­ρά, θα οδηγηθεί, λόγω και του δυσμενούς διε­θνούς περιβάλλοντος, στη μοιρολατρία.