Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Η Μάνα είναι που γιορτάζει



Ζωντανεύει το πληκτρολόγιο στα δάχτυλα μου επάνω, ξαφνικά,
το νιώθω να φουσκώνει, σαν το στήθος σου, να ανασαίνει,
να ξεφυσά τον αέρα από μέσα του και να φτύνει κατάμουτρα το συναίσθημα σου.
Τσικναέρικο και κακιασμένο αυγουστιάτικο φεγγάρι, μιας πόλης που όλοι κάπου κρύφτηκαν, παραχωμένοι μέσα στο καβούκι των πληγών τους.
Δεκαπενταύγουστος, μακριά από το θάμα, από τον γκρεμό που δεν άφησε να πέσουμε, από τον αγκαλιά της Παναγιάς που σαν μάνα παραστέκεται.
Με χίλια δυό ονόματα βαφτισμένη, προσμονά, περιμένει τα παιδιά της. Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις, αν στέκεσαι στην βιομηχανία της θρησκείας απέναντι, για κείνη κάτι θα ‘χεις, για να βγάλεις,
να κατεβάσεις ένα δάκρυ.
Έσβησαν οι εποχές που οι μαυροφόρες έκλαιγαν, έσερναν, τραβούσαν τα μαλλιά τους, κάνανε τάματα με τα σφαχτά να προσκυνούν κι αυτά πριν γίνουν μοιραίες θυσίες, με το αίμα σαν σπονδή να τραβά στους πιο παλιούς, τους ξεχασμένους από χρόνους μεγάλους Θεούς.
Μα σήμερα έτσι κι αλλιώς, μας πρέπει η ελπίδα, εκείνη η χαρά του ανταμώματος που μοναχά στους μικρούς, τους ανέγγιχτους τόπους όλοι μαζί ξαναβρίσκουμε το παιδικό μας χνάρι.
Σε άφησα πίσω μικρή μου αγαπημένη ψυχή, έμπλεξα, μου τό ‘λεγε ο πατέρας να μην τύχει και ξεχαστώ, μα εγώ σαν να θυμόμουν του Οιδίποδα τα θέλγητρα ξεμάκρυνα από σένα, μεγάλωσα, ζήλεψα, πόθησα, έχτισα ένα σωρό τοίχους. Αληθινούς και ψεύτικους. Ντουβάρια που κλείσαν την ψυχή σε δύσβατα στενά.
Στα αναμμένα κεριά πάνω θαύματα χορεύουν στην Εικόνα σου, ξεκλειδωμένες, ανοιχτές στέκουν οι ξωπορτιές και μια Ελλάδα θάλασσα πάλι σε προσκυνά, σου τάζει πάλι πίστη.
Η Παναγιά του Βράχου, η Δοξάρισσα, η Ζωοδότρα, η Καλλιγού, η Λιόσα, η Ξεσκλαβώτρα, η Νέα, η Μαχαιρωμένη, η Χελιδονού, είναι η Μαρία με τα χίλια ονόματα που γιορτάζει, γίνεται αίτια ή αφορμή να σταθούμε δίπλα-δίπλα, που ξέρεις να αγγίξουμε τα χέρια, ίσως να γνωριστούμε κιόλας, ξανά, έτσι όπως κάναμε παλιά τότε που λέγαμε τραγούδια για τον Αύγουστο κι ας ήταν και χειμώνας.