Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Γιατί δεν μας θέλουν και τι θέλουν οι (συν)εταίροι μας...

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου.
Νομίζω ότι ήρθε η στιγμή της κυνικότητας στην πολιτική αφήγηση. Η κυνικότητα δεν είναι καλό πράγμα, διότι οδηγεί σε απολυτότητες και ερμηνευτική βία, όπως και, σε περιπτώσεις που αυτή συνδέεται με λαϊκισμό, σε αποκλεισμούς μέσω αυταρχικότητας. Έτσι, ποτέ δεν αποτέλεσε την κύρια υφολογική μου προσέγγιση (και) στην ελληνική κρίση. Την αποφεύγω αν και μου αρέσει στο βαθμό που εκφέρεται στο πλαίσιο ενός γνήσια αριστοκρατικού λόγου μιας ιστορικά ξεπερασμένης, όμως, εποχής. Σήμερα, η κυνικότητα στην καθημερινότητα τείνει να ταυτιστεί με το αλήτικο ύφος. Καλώς - κακώς, αυτό συμβαίνει!
Τι γίνεται όμως στην περίπτωση κατά την οποία μια πολιτικοοικονομική κρίση προκαλεί διάσταση μεταξύ του πολιτικού και του οικονομικού, μετατρέποντας το κοινωνικό σε λαϊκιστικό και τον λαό σε λαουτζίκο; Τότε, φίλε, το μεθοδολογικά συστηματικό δεν μπορεί να συναντήσει την κοινή γνώμη. Και τότε δεν μένει τίποτε άλλο στον συνειδητό δημιουργό πολιτικής αφήγησης παρά να μετέλθει κυνικών μεθόδων επικοινωνίας με χιουμοριστικές εκφάνσεις. Έτσι πιστεύω, δίχως την γραφικότητα του αριστοκρατισμού και δίχως την αλητεία του λαϊκισμού που προφασίζεται την δημοκρατική ντομπροσύνη, να συνεννοηθούμε από εδώ και στο εξής. Διάλεξα σήμερα να εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ από εδώ και εμπρός, αν και πολύ το φοβάμαι, καθώς η κυνικότητα δημιουργεί μόνον «εχθρούς». 
Το μείζον θέμα που νομίζω ότι απασχολεί πολλούς Έλληνες, που έχουν συνειδητοποιήσει πού οδηγείται η ελληνική κρίση είναι: «γιατί οι συνεταίροι μας δεν μας θέλουν στην Ευρωζώνη». Το ερώτημα αυτό δεν είναι εθνικιστικό, ούτε ασφαλώς υπερβατικό εκπηγάζοντας από κάποιο είδος συμπλεγματικής αντίδρασης στο πολιτικό φαινόμενο ή στις οικονομικές σχέσεις. Είναι απολύτως αντικειμενικό. Οι συνεταίροι μας στην ευρωζώνη από την δεξιά, κεντροδεξιά, έως και την κεντροαριστερά (τους) δεν μας θέλουν πλέον στο κοινό νοικοκυριό τους (και όχι οικογένεια). Η αριστερά στην ΕΕ δεν ασχολείται με αυτή την λειτουργιστική προσέγγιση και αναζητεί αλλού το πρόβλημα σήμερα στην ευρωζώνη, συνδέοντάς το ασφαλώς με την δομή της ΕΕ. Μόνον που δεν κυβερνά πουθενά η αριστερά. Άρα, θα δοκιμάσω να απαντήσω (κυνικά και αποφθεγματικά) στο ερώτημα, δίχως αριστερή ιδεολογική συνιστώσα.
Η πλέον κυνική απάντηση στο ερώτημα-διαπίστωση είναι: ρωτήστε τον Κώστα Καραμανλή. Μια άλλη θα μπορούσε να ήταν: δεν καταλάβατε τί παιχνίδι δοκίμασε ο Γιώργος Παπανδρέου; Και μια εναλλακτική: ήξερε ή δεν ήξερε ο Κώστας Σημίτης ως βάσιμη την πιθανότητα εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, από την αρχή της ένταξής μας σε αυτήν; Ποτέ δεν θα στο πει, ούτε εγώ έχω αποδείξεις, αν και υπάρχουν εκθέσεις τραπεζιτών (Γερμανών και Γάλλων) που έθεταν ωμά το ζήτημα στην τότε πολιτική ηγεσία της ΕΕ. Ο Gerhard Fritz Kurt Schröder, όπως μου είπε κάποια στιγμή σημερινό στέλεχος της ΕΚΤ, είχε πει ενώπιον του: «Ας μην το ψειρίζουμε, αν δεν καλύπτει η Ελλάδα τα κριτήρια, δεν τα καλύπτει ούτε η Ιταλία. Δεν θα βάλουμε την Ιταλία; Άλλωστε την Ελλάδα όποτε θέλουμε την βγάζουμε, την Ιταλία όμως; Αν η Ιταλία δεν είναι ζήτημα, πώς κάνετε τόσο μεγάλο θέμα για την Ελλάδα;» Αυτά σε δική μου απόδοση και όπως τα θυμάμαι, καθώς έχουν περάσει και κάμποσα χρόνια από την «εξομολόγηση»! 
Δε εννοώ ότι οι Schröder-Σημίτης φανταζόντουσαν ότι κάποια μέρα η Ελλάδα θα έβλεπε την πόρτα εξόδου από την ευρωζώνη, αλλά είμαι βέβαιος ότι γνώριζαν την πιθανότητα (δυνατότητα/απειλή) αυτή και παρόλα αυτά το απέκρυψαν από την κοινή γνώμη, τόσο της Ελλάδας όσο και της Γερμανίας. Ο κ. Σημίτης επίσης γνώριζε αυτό που ήξερε και ο κ. Καραμανλής, ότι η διαδικασία που ακολούθησε/ακολουθούσε ο Γιώργος Παπανδρέου στο ζήτημα της δημοσιονομικής προσαρμογής οδηγούσε σε πιστωτική κρίση, ενώ η πρωτοβουλία του να ενεργοποιήσει το ΔΝΤ (δήθεν αυτόνομα, ενώ υποκριτικά Βερολίνο και Βρυξέλλες τηρούσαν στάση αναμονής) οδηγούσε με τη σειρά της σε πτώχευση και υπό όρους έξοδο από την ευρωζώνη.
Από εδώ και πέρα δεν έχω απτά στοιχεία, με τα οποία να μπορώ να αποδείξω δόλο από τη πλευρά του Γ. Παπανδρέου και ασφαλώς ελεεινή πολιτική συμπεριφορά εκ μέρους του Καραμανλή και του Σημίτη, στο βαθμό που δεν αντέδρασαν στις πρωτοβουλίες/μεθοδεύσεις Παπανδρέου.
Άρα, για να απαντηθεί το ερώτημα «γιατί οι συνεταίροι μας δεν μας θέλουν στην Ευρωζώνη», χρήσιμο θα ήταν να γνωρίζαμε «γιατί το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, ενώ γνώριζε ότι οι πιθανότητες ισότιμης και πλήρους παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη εξανεμίζονται με τις κινήσεις Παπανδρέου, στην μια περίπτωση (Καραμανλής) έκανε κοινώς την …πάπια, ενώ στην άλλη (Σημίτης) ακαδημαϊκοφανή ανάλυση και κατόπιν εορτής. Η απάντηση θα δοθεί από τις κινήσεις Σαμαρά. Η πολιτεία Σαμαρά θα αποδείξει τις σχέσεις που οδήγησαν στο Ελληνικό ναυάγιο εντός της ευρωζώνης και στην ημιέξοδο από αυτήν - που όπως έχω εξηγήσει σε προηγούμενα σημειώματα - που έπεται λογικά, αν δεν συμβεί κάτι απρόοπτο.
Σημειώστε και κάτι άλλο. Μιλώντας σήμερα στη ΝΕΤ ο Schröder είπε κάτι πολιτικά σημαίνον. Ενώ ισχυρίστηκε ότι η Γερμανία θα μπορούσε να επιδείξει ακόμα περισσότερη αλληλεγγύη στην επίλυση της κρίσης της Ευρωζώνης, από τη στιγμή που «συμφωνήσει κανείς πως η Ελλάδα προχωρά σε μεταρρυθμίσεις, να της δοθεί χρόνος έτσι ώστε να μοιράσει τα βάρη», επισήμανε πολιτικότατα: «αυτό είναι απαραίτητο, μια και δεν μπορούν οι εργατικοί Έλληνες που αγωνίζονται για να συντηρήσουν τις οικογένειες τους να φορτώνονται τα λάθη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ».
«Είπε» πολλά μαζεμένα με αυτή την πρόταση. Προανήγγειλε καραντίνα με πιθανή εισαγωγή διπλού νομισματικού, όσο διαρκέσει η πίστωση χρόνου προς την Ελλάδα για προσαρμογή διοίκησης και αγοράς. Προσοχή: χρόνο που θα αγοράσουμε εμείς οι Έλληνες σε σκληρό ευρώ και που δεν πρόκειται να μας προσφερθεί δωρεάν. Ο χρόνος θα είναι ακριβό χρήμα που θα βγαίνει μέσω του συνδυασμού εσωτερικής υποτίμησης και ενός νέου/καινοτόμου μηχανισμού που θα επιλύει δυνητικά και μακροπρόθεσμα το ζήτημα της ανάπτυξης, μέσω της παράλληλης διοχέτευσης ρευστότητας στην αγορά από αυτό το σύστημα (διπλό νομισματικό). Αυτόν τον μηχανισμό παραγωγής εσωτερικής ρευστότητας σχεδιάζουν εντατικά αυτή την περίοδο στη Γερμανία, ώστε να σταματήσει η ανακύκλωση του χρέους και η παθογένεια/υποκρισία της μείωσης ελλειμμάτων, όπως γίνεται μέχρι σήμερα από τον ατομικό μηχανισμό και το μνημόνιο, καθώς και η μόλυνση από τα κουρεμένα και ακούρευτα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Μάλιστα αυτός ο Νέος Μηχανισμός παραγωγής ρευστότητας στην εσωτερική αγορά, που θα μειώνει έμμεσα τις αξίες και το κόστος της εργασίας, θα διαφημιστεί ως σωτήρια λύση και αλληλέγγυα στάση των εταίρων μας. Τούτο είναι πολύ πιθανόν να συνοδευτεί με την σύσταση μιας νέας κυβέρνησης (τεχνοκρατών τούτη τη φορά) σε συνδυασμό με νέα αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και ένα εντελώς νέο μακρύ μνημόνιο, με κρίσιμες αυστηρές ρήτρες συμμόρφωσης, ακόμη και μετά την επανένταξή της χώρας στην χρηματαγορά και την πλήρη επάνοδό της στην ευρωζώνη.
Αυτό απαντά τουλάχιστον εμμέσως και μερικώς το «γιατί δεν μας θέλουν στην Ευρωζώνη οι συνεταίροι μας». Παρόλα αυτά θα επιχειρήσω κυνικά να απαντήσω και ευθέως:
διότι (1) ήταν πολιτικό λάθος η είσοδός μας σε αυτήν και ήρθε η στιγμή να επιμεριστεί το οικονομικό κόστος μεταξύ απροστάτευτων από την χρηματοπιστωτική δομή επενδυτών-γερμανικής κυβέρνησης (προϋπολογισμού)- κεντρικών τραπεζών και ΕΚΤ- ελληνικού λαού. Το πολιτικό κόστος θα φορτωθεί αποκλειστικά στην ελληνική πλευρά και στο πολιτικό της σύστημα ασφαλώς, ενώ θα αποτελέσει ζήτημα προεκλογικής αντιπαράθεσης στη Γερμανία μεταξύ κεντροδεξιάς-κεντροαριστεράς – κατά τα φαινόμενα, εκτός αν πρυτανεύσει πιο επιχειρηματική λογική.
(2) η τιμωρία της Ελλάδας πρέπει να μεταβληθεί σε παραγωγικό παράδειγμα και όχι σε διαρκή απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης και τις σχέσεις Γερμανίας- ΗΠΑ. Το παράδειγμα αυτό θα πρέπει να είναι τόσο αποκρουστικό, ώστε να υπάρξει γενικευμένος φόβος στην ΕΕ που θα οδηγήσει σε συμμόρφωση στο Σύμφωνο Σταθερότητας και σε ένταση των αντιπληθωριστικών πολιτικών λιτότητας. Αποκρουστικό όχι απλώς οικονομικά (πτώση στο μισό των αξιών και γύρω στο 60% της μέσης τιμής της εργασίας), αλλά κυρίως πολιτικά. Να φοβηθούν δηλαδή τα κοινωνικά -προοδευτικά κόμματα και οι ηγεσίες τους και να πληγεί καίρια η αριστερά.
(3) θα πρέπει να γίνει παραδειγματικά κατανοητό ότι ζητήματα οικονομικής δομής και γενικότερα κυριαρχίας ( προσφυγή στο ΔΝΤ πχ) δεν μπορεί να διαπραγματεύονται οι μικρές και μεσαίες χώρες της ευρωζώνης. Αυτό είναι ζήτημα που «δικαιωματικά» εκχωρείται από αυτές στην ηγεσία της Ένωσης, με την Γερμανία να έχει τον πρώτο λόγο. Με την χρηματαγορά από εδώ και στο εξής θα μιλούν οι Γερμανοί σε συνεργασία με τους Γάλλους. Κάθε παραφωνία θα τιμωρείται αυστηρά.
(4) οι Γερμανοί προσφέρουν οικονομική ασφάλεια υπό πολιτικούς όρους. Όταν οι όροι αυτοί δεν τηρούνται, θα επέρχεται πολιτική τιμωρία ή οικονομική εξόντωση. Στην περίπτωση μας θα υπάρξει πολιτική τιμωρία στα όρια της εξόντωσης. Τα όρια όπως ξέρετε, βρίσκονται υπό διαρκή διαπραγμάτευση! Το κακό όμως είναι ότι η ανεργία, ο αποκλεισμός και η εξευτελιστική φτώχεια βρίσκονται κάτω από τα όρια του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας και στο κατώτερο όριο της πολιτικής πρακτικής!!
(5) το μοντέλο χρεοκοπίας της Ελλάδας πρώτα διασφάλισε σε μεγάλο βαθμό το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κατόπιν θα εξελιχθεί έτσι ώστε να πιέζει και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για συμμόρφωση και να απειλεί το χρηματοπιστωτικό λόμπυ με κατάρρευση του πλέον επικερδούς προϊόντος του: των κρατικών ομολόγων.
(6) η Ελλάδα μετατράπηκε (επιλέχτηκε, κατά την γνώμη μου) σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ χρηματοπιστωτικού κέντρου και ευρωπαϊκής βιομηχανικής ελίτ, μέσω παραλήψεων και πρωτοβουλιών της ελληνικής πλευράς. Οι χρηματιστές δήθεν τιμώρησαν τους Γερμανούς και οι Γερμανοί δήθεν τους χρηματιστές, ωστόσο στο τέλος την ζημιά την πλήρωσαν οι φορολογούμενοι (θα πληρώσουν κι άλλο) και μικροί επενδυτές, όπως και η βιομηχανική οικονομία σε μεγάλες χώρες - Ιταλία και Ισπανία.
(7) Τώρα Γερμανία-Γαλλία και ΗΠΑ τα βρίσκουν, σε συνεννόηση μάλλον με τους Ρώσους και κρατώντας ενήμερους τους Κινέζους. Η πρώτη φάση της διένεξης, όπως όλα δείχνουν, θα ολοκληρωθεί μέχρι τον Νοέμβριο, αφού τακτοποιηθεί το ζήτημα της Ελλάδας, ώστε να μην επηρεάζει το τραπεζικό σύστημα, όπως είπαμε. . .
Η πρώτη χώρα που θα σταθεροποιηθεί οικονομικά, απορρυθμιζόμενη όμως εντελώς πολιτικά (προσωρινά ασφαλώς) θα είναι η Ελλάδα. Και αυτό, φυσικά, ως τιμωρία και συμμόρφωση θα φαντάζει στις ευρωπαϊκές ελίτ. Η Ελλάδα θα αποτελέσει το ευρωπαϊκό παράδειγμα προς αποφυγήν. Ίσως με λίγη ακόμη προσπάθεια σε μια τριετία μπορεί να γίνει και παγκόσμιο! Νέα Ολυμπιάδα δομούμε οι άτιμοι!
Αυτά φίλοι, είναι τα νέα μεταμοντέρνα πολιτικά ήθη, τα οποία δεν ερμηνεύουν ακριβώς «γιατί δεν μας θέλουν και τι θέλουν από εμάς οι (συν)εταίροι μας», αλλά μάλλον δείχνουν πώς εξελίσσεται το φαινόμενο των εθνικών κρατών στην μετανεωτερικότητα. Από Κράτη μεταβάλλονται σε Επιχειρήσεις όσα δεν διαθέτουν ισχυρή αστική τάξη και από Επιχειρήσεις σε σύγχρονα εκσυγχρονισμένα Gulag με στοιχειώδεις ανέσεις και με την συναίνεση της πολιτικής τάξης ασφαλώς, όπως και με την ψήφο του εκλογικού σώματος επίσης. Η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα έχει αποκλειστεί από όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές και μην ακούτε άλλες προπαγανδιστικές, εκφοβιστικές αηδίες. Το έχουν αποκλείσει Γερμανοί και χρηματιστές. Δεν συμφέρει κανέναν. Αυτοί, στους οποίους ίσως συνέφερε στην συγκυρία και υπό συνθήκες παραγωγικής και δημοκρατικής αναδιοργάνωσης ασφαλώς, δεν θα το μάθουν ποτέ. Η οδός για επιστροφή στα εθνικά νομίσματα έχει αποκλειστεί λοιπόν όσο υπάρχει ΕΕ. Αυτό μετά από όσα ανέφερα δεν ξέρω αν σας ικανοποιεί, ή σας… καταθλίβει. Κυνικώς, θα έλεγα: ακόμη δε βρέθηκε ο ψυχίατρος των νομισμάτων, όπως και των ταλαίπωρων που τους μανουβράρουν με απατεωνιές του τύπου «ευρώ ή δραχμή».