Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Κυριακή της Ορθοδοξίας: Ώρα για αναστήλωση του Ελληνισμού

Επτά ημέρες μετά τον ερχομό της Καθαράς Δευτέρας και την έναρξη των νηστειών κλείνει απλά ο πρώτος κύκλος των νηστειών εν όψει του Πάσχα. Έρχεται η Κυριακή της Ορθοδοξίας, η οποία φέρνει ένα μήνυμα που πρέπει να αφυπνίζει όλους μας, να δίνει ένα μήνυμα διαρκούς αγώνα και να αποτελεί μαρτυρία αγάπης.
Η σημερινή ημέρα αποτελεί μια ιδιαίτερη γιορτή. Σημαίνει την αναστήλωση των ιερών εικόνων και τη λήξη μιας παράλογης διαμάχης που δίχασε τον Ελληνισμό πριν από 12 αιώνες. Στην πορεία των χρόνων όμως έχει ένα βαθύτερο νόημα, το οποίο είναι ιδιαίτερα επίκαιρο αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του τις δοκιμασίες που υφίσταται ο λαός στην Ελλάδα και την Κύπρο από τη γερμανική ηγεμονία της Ε.Ε. και τους "καλοπροαίρετους" δανειστές.
Μετά τη λειτουργία οι πιστοί βγαίνουν από τις εκκλησίες κρατώντας μια εικόνα. Ο πρώτος μεταξύ των ίσων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κάνει την αρχή κι ακολουθούν όλοι μηδενός εξαιρουμένου.
Η ενέργεια αυτή σημαίνει, αφ’ ενός, ότι καθένας αποτελεί μια ζωντανή εικόνα του Θεού στο πρότυπο του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1,26). Αφ’ ετέρου, οι εικόνες γίνονται αφορμή ώστε η κοινωνία να αναζητήσει διαύλους αναστήλωσης και ανάτασης χάρη στους οποίους θα ξεπεραστούν οι δοκιμασίες της κρίσης. Προϋπόθεση για μια τέτοια προοπτική βεβαίως είναι να «αναστηλώσουμε» στην καρδιά, στο νου και στις πράξεις μας την εικόνα του Θεού.
Τίποτε δεν κατακτιέται χωρίς τον κόπο της εγκράτειας και χωρίς τον κάματο της δημιουργίας. Η χρονική συγκυρία είτε στα εκκλησιαστικά, είτε στα κοσμικά δρώμενα επιτάσσει αναθεώρηση και αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, παρακολουθούμε και αντιδρούμε. Ορθόδοξος δεν σημαίνει απαθής.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας σημαίνει ότι ο λόγος στον οποίο πιστεύουμε αποτελεί μαρτυρία αγάπης πέρα από τις αγκυλώσεις των ιερατείων. Όλο το πλήρωμα της εκκλησίας, καθένας μας δηλαδή, δοκιμάζεται ώστε να επιβεβαιώσει το ζήλο και την πίστη στο ιδεώδες, το οποίο απέχει από το ιδεατό όπως η ύλη από το πνεύμα.
Η ευθύνη της οποιασδήποτε κάθαρσης ξεκινά από τον εαυτό μας και από τη συνειδητοποίηση λαθών, σφαλμάτων και αδικιών. Η αναγνώρισή τους δεν σημαίνει απαλλαγή από βάρη ή ευθύνες. Αποτελεί ωστόσο την ιδανική συνθήκη για τη συνέχιση του αγώνα αναλόγως με τις συνθήκες της εποχής.
Η Ρωμιοσύνη στους αιώνες
Τα παραδείγματα στους αιώνιους κύκλους του Ελληνισμού είναι πολλά.
Από τον μυθικό θρύλο του Προμηθέα και την ιδιαίτερη εκδοχή που δίνει ο Αισχύλος στην τραγωδία «Προμηθέας Δεσμώτης» μπορεί να σκεφθεί κανείς πολλά και να αναζητήσει εξηγήσεις στα «καινά δαιμόνια» που επεχείρησε να ερμηνεύσει ο Σωκράτης. Ο αγώνας του ολοκληρώθηκε όταν ήπιε το κόνιο καταδικάζοντας το συντηρητικό παραλογισμό που επέβαλε το ιερατείο της καθεστηκυΐας τάξης για να δώσει το ερέθισμα στον καλύτερο μαθητή του, τον Πλάτωνα να δώσει συνέχεια μιας αναζήτησης που θα μπορούσε να αποτελεί ουσιαστικό και θεωρητικό προπομπό της ορθόδοξης διδασκαλίας.
Ανάλογα παραδείγματα μπορεί να αναζητήσει κανείς στις ιστορίες του Αριστοτέλη, του Πυθαγόρα ή του Διογένη. Ο Πρωταγόρας δίδαξε μία από τις αρχές της Ορθοδοξίας ότι «το θείον άγνωστον εστί» ενώ συμπληρωματικά ο Αναξαγόρας επισήμανε πως δεν είναι αιώνιος ο υλικός κόσμος.
Γι’ αυτό ο ευαγγελιστής Ιωάννης συμπλήρωσε εύστοχα ότι «εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος». Η εφαρμογή αυτού του λόγου είτε με την έννοια της διδασκαλίας, είτε με την έννοια της λογικής αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την ουσία της «αναστήλωσης» που τιμά σήμερα ο ορθόδοξος κόσμος.
Ο θεσμός και το επίκαιρο μήνυμα
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας αποτελεί μια γιορτή που διαρκεί επί 12 αιώνες. Θυμίζει ότι την Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 842, θεοφόροι πατέρες της Εκκλησίας ως γνήσιοι Έλληνες στην καταγωγή, στη σκέψη και στη νοοτροπία άκουσαν την πρακτική αντίληψη μιας γυναίκας, της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, μετά το θάνατο του συζύγου της Θεοφίλου. Άφησαν στην άκρη τα χαρακώματα της πολιτικής που προκάλεσε τον παραλογισμό της Εικονομαχίας και με τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο ικανοποίησαν το αίσθημα του λαού να πιστεύει και να αγωνίζεται για το καλύτερο.
Τι πιο επίκαιρο και τι πιο ριζοσπαστικό σήμερα, στην εποχή της στυγνής ηγεμονίας των απρόσωπων αγορών και των αριθμών απέναντι στο πολυπρόσωπο της κοινωνίας, η οποία αποτελεί την εκκλησία ως σώμα και αίμα.
Η φετινή Κυριακή της Ορθοδοξίας αποτελεί ευκαιρία για περισυλλογή των Ελλήνων και ανασύνταξη της Ρωμιοσύνης απέναντι σε όσους βαυκαλίζονται νέους ζυγούς και περιπέτειες εις βάρος αυτού του λαού που έχει υποστεί τα πάνδεινα στην πορεία των αιώνων αλλά έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό στο υποσυνείδητό του: τη διαχρονικότητα και ιστορική συνέχειά του.
Όσο κι αν παλεύουν ορισμένοι να αποδείξουν με δογματικές θεωρίες ότι ως Έλληνες κι ως Ορθόδοξοι ο λαός που κατοικεί στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν είναι αυτός που ήταν αιώνες πριν, τόσο θα υπάρχει το «λήμμα» που θα επιμένει.
Όπως έχει διδάξει ο Μέγας Βασίλειος: «Οι μέλισσες δεν πετούν σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε ό,τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας».
Η σημερινή δοκιμασία μοιάζει με τη λήξη της Εικονομαχίας που τιμάται σήμερα. Το παζλ συμπληρώνει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.
Στη μνημειώδη «Ιστορία» του γράφει ότι η Κυριακή της Ορθοδοξίας αποτελεί την κορύφωση μιας θρησκευτικής αλλά κυρίως κοινωνικής μεταρρύθμισης που σκόπευε στον περιορισμό του ρόλου της Εκκλησίας και των μοναχών, στην κατάργηση της δουλοπαροικίας, σε μία στοιχειώδη ανεξιθρησκεία, στην ανύψωση της θέσης της γυναίκας και στην αναδιοργάνωση της διοίκησης και του στρατού. Η διαμάχη αποτέλεσε το μέσον για να επιτευχθούν οι μεταρρυθμίσεις σε διοικητικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο χωρίς να αλλοιωθεί ο ρωμέικος χαρακτήρας της κοινωνίας (σ.σ. Ο Ελληνισμός ήταν πολύ πιο μπροστά από την υπόλοιπη Ευρώπη κατά επτά αιώνες. Η Μεταρρύθμιση της Βόρειας Ευρώπης σημειώθηκε τον 16ο αιώνα).

Βούληση για ενότητα και αγώνα
Αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει να συνεχίσουμε για να υπάρχουμε ως Έλληνες –ασχέτως πόσο πιστοί και θρήσκοι (αλλά όχι θρησκόληπτοι) κι αν είμαστε. Το θρησκευτικό αίσθημα δεν είναι είδος μετρήσιμο αλλά πύρωμα ψυχής και πνεύμα, βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος εκφράζεται βασικά από τον λόγο που σ’ αυτόν κατά τον Ιωάννη υπάρχει ο Θεός.
Βλέποντας απλούς ανθρώπους σήμερα στις εκκλησίες να σηκώνουν με ευλάβεια τις εικόνες ας σκεφτούμε την αγωνία του Οδυσσέα Ελύτη.
Γράφει στην «Ιδιωτική οδό»:
«…που έφτασα στο σημείο να ονειρεύομαι για τον άνθρωπο
μια καινούργια Σαρακοστή, όπου να νηστεύει όλους τους
καρπούς της επικαιρότητας και να μη συντηρείται παρά
μόνον από τη στοιχειακή έννοια των πραγμάτων και τη
μεταφυσική τους προέκταση».
Αυτό είναι το μυστικό για να σηκώσουμε κεφάλι πιστεύοντας σε κάτι πραγματικό, αγωνιζόμενοι για ένα όραμα ρεαλιστικό, εργαζόμενοι για μια πατρίδα πάλι περήφανη με λαό ενωμένο. Η ενότητα (και η αποφασιστικότητα) του λαού πρέπει να είναι το μήνυμα για τα πολιτικά, τα οικονομικά και οποιαδήποτε άλλα ιερατεία.
Ένα έθιμο που συνδυάστηκε με τη θέσπιση της «Κυριακής της Ορθοδοξίας» πριν από 1.171 χρόνια θέλει τον ύπατο πολιτειακό άρχοντα να προσέρχεται τέτοια μέρα στην εκκλησία και να απαγγέλει δίπλα στο Δεσποτικό το «Σύμβολο της Πίστεως». Κι αυτό το έθιμο δεν επεδίωξε να κάνει τον οποιοδήποτε ηγέτη να αποδείξει την πίστη του αλλά να αντιληφθεί πως απέναντι στην οποιαδήποτε κρίση όλοι διαθέτουμε τα προνόμια της ισοτιμίας, της φθοράς και της ταπείνωσης.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι το πρώτο βήμα μιας πορείας που οδηγεί στην Ανάσταση, αποτελεί μήνυμα «αναστήλωσης» και επιτάσσει περισυλλογή.
Τον καλύτερο επίλογο δίνει ο Οδυσσέας Ελύτης στη σελίδα 142 της συλλογής «Ανοικτά χαρτιά»:
«Να γιατί γράφω.
Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται.
Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει στους δρόμους και “φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου”.
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει- να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση».
Συνέλληνες, καλή Κυριακή!