Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Ένα παιδί στον σκουπιδοντενεκέ… Μια ζωή σκουπίδι…

Γράφει: Αντριάνα Παρασκευοπούλου

Η εικόνα ενός ηλικιωμένου άντρα να ψάχνει στα σκουπίδια για ένα κομμάτι ψωμί έχει γίνει εδώ και καιρό, βίαια και βασανιστικά, κομμάτι μιας πραγματικότητας. Της δικής μας. Η ηλικιωμένη γυναίκα που κολλάει με τα ζαρωμένα από το χρόνο χέρια της, ένα σκισμένο χαρτί στον σκουπιδοτενεκέ που γράφει «σας παρακαλώ οτιδήποτε φαγώσιμο αφήστε το δίπλα από τον κάδο», έχει γίνει ,ακόμη μια εικόνα, σε μια ζωή. Τη  δική μας.
Το παιδί, όμως, που είδα με τα μάτια μου να γραπώνει τον κάδο με τα μικροσκοπικά και λερωμένα του δάχτυλα, και να με κοιτάζει τόσο αφοπλιστικά μέσα από έναν τενεκέ, στον πάτο του οποίου έψαχνε φαγητό, δεν είναι μια εικόνα. Δεν υπάρχει τίποτα να δεις και κανένας ήχος να ακούσεις. Δεν μπορεί να είναι πραγματικό  κανένα πλαίσιο που να γράφει … η ζωή σου… η ζωή μου… η ζωή μας.
Η ζωή μας είναι γεμάτη από στιγμές. Αλήθειες… δικές μας… Ψέματα δικά μας … Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε χρόνος σ αυτή τη στιγμή. Είναι μια πραγματικότητα .
Κάποια βήματα πιο πέρα στεκόταν ένας άντρας. Δεν ήταν μεγάλος. Όμως, κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου είχε αποτυπωθεί πάνω του. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και το κορμί του ήταν σαν να μετεωρίζεται σ ένα χώρο που δεν υπήρχε. Ένιωσα ένα χεράκι να με τραβάει από τη μπλούζα «είναι ο μπαμπάς μου», μου είπε με απόλυτη περηφάνια ένα αγοράκι -πρέπει να ήταν πέντε  με έξι χρόνων. Στάθηκε δίπλα μου… σαν να κοιτάζαμε κάτι τόσο ίδιο… Μα, με τόσο διαφορετική ματιά.
Όταν σήκωσε το κεφάλι του ο πατέρας του και μας είδε… είδα στα ματιά του αυτό που έχω δει πολλές φορές στη ζωή μου… στα μάτια των άλλων …στα μάτια τα δικά μου… Το βλέμμα του ήταν κενό. Χωρίς ίχνος ζωής, χωρίς απελπισία αλλά και χωρίς προσμονή για τίποτα. Το έχω συναντήσει σ’ ανθρώπους που, με μαθηματική ακρίβεια, μπορεί να είχαν τα πάντα … Σ’ ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα, ούτε καν τον ίδιο τους τον εαυτό… στον καθρέφτη… σ’ ένα χαραγμένο μηδέν… που είναι αδύνατον να περπατήσεις πάνω του, παρά μόνο αν σταθείς .
Ο μικρός συνέχισε να στέκεται δίπλα μου. Σαν να στεκόμασταν παράλληλα. Έβγαλα από τη σακούλα του σούπερ μάρκετ το γάλα ,το ψωμί  και τη σοκολάτα  που είχα πάρει για τους γιους μου και του τα έδωσα. Κράτησε αμέσως τη σοκολάτα και μου έδειξε τον σκουπιδοτενεκέ Έτσι ακριβώς όπως κάνουν τα παιδιά, όταν μπαίνουν σ’ ένα. ζαχαροπλαστείο και δείχνουν με ενθουσιασμό μια τούρτα. Πέταξε τη σοκολάτα μέσα στον σκουπιδοτενεκέ… Κανένας ήχος. Και μετά μια φωνή. Ο αδελφός του. Σκαρφάλωσε στον κάδο για να πει «σ’ ευχαριστώ». Στο ένα χέρι κρατούσε την σοκολάτα και στο άλλο αποφάγια. Ακραία… παιδικά… πραγματικά …
Ο πατέρας τους ήταν ακίνητος και, όμως, μετέωρος… σ’ ένα σώμα που θύμιζε εκκρεμές … Σ’ ένα βλέμμα, όπου το κενό τρομάζει και δεν φοβίζει… στο δικό μας. Σε λέξεις που δεν ακούστηκαν… γιατί ο αβάσταχτος πόνος δεν έχει ποτέ ήχο… Σε μια ζωή. Τη δική μας.
Πηγή "Αιχμή"