Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε


Γιάννης Μακριδάκης
Μεγάλη Παρασκευή ώρα 8.30 το πρωί και επέστρεψα από την καθιερωμένη πρωινή μου δίωρη συναναστροφή με τα φυτά.
Φεύγοντας από το σπίτι κατά τις 6.15, (όπως και τώρα που επέστρεφα αλλά και όποια ώρα κι αν περάσω), έπεσα πάλι πάνω στο γεγονός που συμβαίνει εδώ και μια βδομάδα και με συγχύζει. Σε ένα από τα σπίτια που βρίσκονται στην διαδρομή μου, το οποίο κατέχουν κάποιοι που ζουν στην πρωτεύουσα και έρχονται για διακοπές κάθε Πάσχα και καλοκαίρι ή δίνουν τα κλειδιά σε φίλους τους για να μείνουν εδώ, ανάβει όλη μέρα κι όλη νύχτα το φως πάνω από την εξώπορτα. Εδώ και μια βδομάδα το φως είναι αναμμένο. Μέρα νύχτα. Κι αναρωτιέμαι, δεν το βλέπουν; Το βλέπουν. Γιατί δεν το σβήνουν; Διότι δεν τους ενδιαφέρει. Δεν έχουν ιδέα για το ότι καταναλώνουν ενέργεια, δεν έχουν καμιά ανησυχία για τίποτα, δεν έχουν σκεφτεί ποτέ ούτε τα βασικά, είναι απλά άτομα που έχουν ακόμα την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν τον λογαριασμό της ΔΕΗ κι αυτό τους αρκεί, τίποτα άλλο δεν έχει σκεφτεί το κεφάλι τους, τίποτα άλλο δεν έχει νιώσει το είναι τους.
Οι αστοί καταναλωτές περιστασιακοί μου γείτονες με επιβεβαιώνουν κάθε στιγμή. Ζουν μονάχα για να καταναλώνουν φυσικούς πόρους δίχως να έχουν σκεφτεί όχι μόνο ότι κάτι πρέπει να κάνουν για να τους αναπληρώσουν αλλά δυστυχώς ούτε ότι πρέπει να κάνουν οικονομία και όχι αλόγιστη σπατάλη αυτών. Ο ορισμός του ανθρώπου που ζει εις βάρος όλου του φυσικού οικοσυστήματος και των υπολοίπων πλασμάτων. Και δυστυχώς, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιοι αυτή τη στιγμή πάνω στον πλανήτη. Κι η κατάσταση ολοένα γίνεται χειρότερη, πιο αφόρητη.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και με αυτή την διάθεση βγήκα από το χωριό και κατηφόρισα κατά τον μπαξέ αλλά στον δρόμο όλα άλλαξαν. Οι μυρωδιές, η φύση που οργίαζε στο πρωινό αγιάζι έδιωξαν τις σκέψεις και με ρούφηξαν στην ζωή τους και στην δική τους πραγματικότητα, την μόνη αληθινή.
Κι εκεί που περπατούσα συνάντησα τον Γιώργη να ανεβαίνει κάθιδρος και λαχανιασμένος. Ο Γιώργης είναι ένας πρώην αστός καταναλωτής, ο οποίος εδώ και δέκα χρόνια έχει επιλέξει κι αυτός να ζει μόνιμα στην Βολισσό και κάθε πρωί στις 5 βγαίνει για μια δίωρη σχεδόν, αθλητική πεζοπορία. Την ώρα που τον συνάντησα επέστρεφε και ήταν κοντά στον τερματισμό του.
Είδες μια ομορφιά, μου λέει και χαμογελούσε ολόκληρος παρά την κόπωση. Αφού λες, Θεέ μου μακάρι να πεθάνω τώρα, τώρα εδώ όπως είμαι να πάθω ένα έμφραγμα, μια ανακοπή και να πέσω κάτω, να μην πεθάνω μες στα νοσοκομεία.
Χαμογέλασα με όλο μου το είναι. Η ψυχή μου αυτό ακριβώς νιώθει κάθε μέρα που ξυπνάω, κι ο Γιώργης μού το είπε, το έβγαλε από μέσα του για να δω ότι έτσι είναι, αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτό είναι η ομορφιά του θανάτου, η εξοικείωση μαζί του η αποδοχή και η προσδοκία του.
Μονάχα οι άνθρωποι που ζουν μαζί με τη φύση μπορούν να νιώσουν και να εκφράσουν τέτοια συναισθήματα, μονάχα οι άνθρωποι που ΖΟΥΝ πραγματικά, θέλουν να πεθάνουν μια μέρα για να γίνουν ένα με όλην αυτή την ομορφιά, όλην αυτή την απόλυτη, άπειρη και αέναη αλήθεια. Μονάχα οι άνθρωποι που ΖΟΥΝ, δεν φοβούνται να πεθάνουν, το αποζητούν κιόλας κάποιες στιγμές που γεμίζει η ψυχή τους ευφορία διότι θέλουν να γίνουν ένα με τη φύση που τους πλημμυρίζει, σαν ερωτικό κάλεσμα ηχεί ο θάνατος, ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε, όπως λένε οι Χαίνιδες και κάθε πρωί το νιώθω.
Οι αστοί καταναλωτές, όπως οι περιστασιακοί μου γείτονες, που αφήνουν το φως πάνω από την εξώπορτα όλη μέρα αναμμένο, ωσάν να ζουν σε πορνείο ακόμα και στις διακοπές τους, δεν μπορούν να νιώσουν τίποτα από αυτά δυστυχώς. Ζουν μια ζωή εν αστικώ τάφω και τρέμουν τον θάνατο ακόμα και σαν σκέψη. Απομακρύνθηκαν από τον ανθρώπινο βιότοπο, από το φυσικό περιβάλλον, κλείστηκαν μέσα στο χρηματιστηριακό υποκατάστατο, ψάχνουν χαρές, ευτυχίες, ηδονές πλαστές κι εφήμερες, ζουν καταναλώνοντας και μη παράγοντας τίποτα, και στο τέλος πεθαίνουν έντρομοι.
Η Ζωή είναι μια άσκηση για την αποδοχή του θανάτου. Όσο ασκείσαι τόσο τον δέχεσαι. Κι όταν φτάσεις στο υπέρτατο στάδιο της αυτογνωσίας, τον προσδοκάς κιόλας ως λύτρωση. Η Ζωή είναι μια οδός προς τον θάνατο. Κι όσο την απαρνιέσαι, τόσο πιο πολύ φοβάσαι το τέλος της.