Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ο δεινόσαυρος που ψυχορραγεί


  • Του Φαήλου Μ. Κρανιδιώτη
Η μεταπολιτευτική «παράγκα» των μπετατζήδων, μεσαζόντων, εκδοτών και καναλαρχών, με πρόθυμους μπιστικούς την κρεμ ντε λα κρεμ της ανακυκλωμένης αριστεράντζας και πολιτικούς συνωστιζόμενους στους προθαλάμους τους, δημιούργησε κι έναν επικοινωνιακό δεινόσαυρο. Έναν βραχίονα προπαγάνδας, χειραγώγησης, εκβιασμών και, καμιά φορά, ενημέρωσης. Δεκάδες μικρά και μεγάλα κανάλια, ραδιοφωνικοί σταθμοί, ων ουκ έστι αριθμός, εφημερίδες, πολιτικές και αθλητικές, περιοδικά κάθε είδους, πλημμύρισαν τις συχνότητες και τα περίπτερα.
Στην συντριπτική πλειοψηφία τους επί χρόνια παθητικά, με τραπεζικούς δανεισμούς οι οποίοι προκαλούν ζάλη, αν συγκρίνεις το ύψος τους με τις πραγματικές αξίες των επιχειρήσεων. Δάνεια που δόθηκαν με αμφίβολα τραπεζικά κριτήρια.
Το πώς επιβίωναν είναι ευεξήγητο κι απλό. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι προφανές πως μάλλον ξεπλενόταν χρήμα. Στις περισσότερες όμως, στο σύνολο της μπίζνας των εμφανών ή αφανών αφεντικών, το πράγμα ήταν κερδοφόρο. Γιατί τα συγκεκριμένα ΜΜΕ με την παθητική ή ίσα βάρκα ίσα νερά οικονομική απόδοση τους, ήταν το μέσο για να εξασφαλίζονται οι πραγματικές δουλειές, που πάντα είχαν έναν και μόνον πελάτη. Το κράτος. Εσάς, εμάς όλους.
Η πολιτική τάξη στο ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης και ραδιοφωνίας έπεσε στην ίδια την κουτοπόνηρη παγίδα που έστησε. Άφησε τους σταθμούς σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας, πιστεύοντας η εκάστοτε κυβέρνηση ότι έτσι θα μπορεί να έχει τους επιχειρηματίες πάντοτε με την δαμόκλειο σπάθη της άδειας να κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους. Δεν είδαν μακριά, δεν υπολόγισαν την γιγάντωση της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής των καναλιών. Τα αφεντικά τους απέκτησαν ένα θανατηφόρο δημόσιο όπλο, που μπορούσε να δολοφονεί προσωπικότητες, να γελοιoποιεί σοβαρούς ανθρώπους και να αναδεικνύει πρόθυμους κι αδίστακτους φελλούς. Αρκούσαν μερικές προσκλήσεις σε παράθυρα και στρογγυλά τραπέζια σε ώρες υψηλής τηλεθέασης κι έβλεπες σύντομα, κυριολεκτικά από το πουθενά, να μοστράρονται στην πρώτη γραμμή των δημοσκοπήσεων και των ψηφοδελτίων τενεκέδες ξεγάνωτοι, με βρώμικο μάτι κι εύκαμπτη μέση. Αυτοί που αργότερα στην Βουλή και στο Υπουργικό Συμβούλιο, με προθυμία θα περνούσαν τις γραμμές, θα υπέγραφαν τις κατάλληλες προαποφασισμένες συμβάσεις και θα κάλυπταν ανεπιθύμητες αποκαλύψεις. Αυτοί που θα έδιναν, όταν χρειαζόταν, μάχες οπισθοφυλακής για τα πολύτιμα συμφέροντα της «παράγκας».
Παράλληλα, αυτός ο επικοινωνιακός Λόχος Ψυχολογικού Πολέμου, αναλάμβανε να προσφέρει κι άλλου είδους σέρβις στους πρόθυμους υπηρέτες των αρπακτικών του δημοσίου προϋπολογισμού. Πολιτικά έκανε το άσπρο μαύρο. Μαζί με τους κατάλληλους δημοσκόπους, δημοκόπους κι «αναλυτές» η ενημέρωση περνούσε κι ακόμη περνάει μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των συμφερόντων της διαπλοκής. Επί χρόνια μια μαζικής κλίμακας χειραγώγηση έδινε κι έπαιρνε και κάθε επικίνδυνος για το σύστημα στοχοποιούταν ή απλά αποκλειόταν στο περιθώριο.
Τώρα πια η περίοδος των παχέων αγελάδων τελείωσε. Η επί δεκαετίες λεηλασία της χώρας και η κακοδιοίκηση, το άθροισμα των στρεβλώσεων που συγκροτούσαν τον δημόσιο βίο, οδήγησε την χώρα εδώ που την οδήγησε. Η μπίζνα πλέον είναι στο σύνολο της παθητική. Λεφτά δεν υπάρχουν και οι επικοινωνιακοί βραχίονες της διαπλοκής είναι πια ξεβράκωτοι στο χείλος του γκρεμού. Κάποιοι ήδη φούνταραν.
Στην πορεία δημιουργήθηκαν αυθάδεις πριμαντόνες, καθεστωτικά montblanc της τηλοψίας, κούφιοι διευθυντάδες όλο έπαρση. Με αμοιβές ιλιγγιώδεις, πρόκληση.
Πίσω τους όμως υπάρχει η στρατιά των αφανών. Μεροκαμιατάρηδες του ρεπορτάζ και της σύνταξης, τεχνικοί κι απλοί υπάλληλοι. Κατά κύματα περνούν στην ανεργία ενός χώρου που ξεφουσκώνει, που έρχεται στα ίσα του μετά από μακρόχρονο πάρτυ αφύσικης γιγάντωσης με γυάλινα πόδια, που τώρα θρυμματίζονται. Αυτοί δεν είναι παρά τα θύματα άλλης μιας θεσμικής και κοινωνικής εκτροπής. Άνθρωποι στην συντριπτική πλειοψηφία τους τίμιοι. Δεν είχαν ποτέ την φιλοδοξία να υπηρετήσουν καμιά παρανομία, καμιά διαπλοκή. Δεν μοιράστηκαν, οι περισσότεροι, καμιά ψευτογκλαμουριά, καμιά μίζα, κανένα «καπέλο» σε δημόσια έργα και προμήθειες. Είχαν απλά κανονισμένη την ζωή τους με την όποια αμοιβή τους, τις οικογένειες και τις υποχρεώσεις τους. Περνούν τώρα στο περιθώριο χωρίς ορατή πιθανότητα επαναπρόσληψης σε έναν χώρο που απλά συρρικνώνεται κι όπου οι αμοιβές, για όσους παραμένουν, πετσοκόβονται χωρίς δεύτερη κουβέντα. Τώρα κι αυτοί κατρακυλούν στο περιθώριο, μαζί με τους δημόσιους που χλεύαζαν οι πριμαντόνες τους και τους ιδιωτικούς που τρομοκρατούσαν οι πομπώδεις τίτλοι και τα τρέϊλερ. Άλλη μια απόδειξη της αληθινής ενότητας των προβλημάτων. Όλους μας αφορούν όλα.
Μέχρι πριν λίγο πολλοί νόμιζαν πως θα μείνουν απέξω. Πως θα βλέπουν το δρεπάνι να θερίζει τους άλλους κι αυτοί θ’ ανασαίνουν μ’ ανακούφιση. Οι ένοχοι όμως, οι λεηλάτες της χώρας και του μέλλοντος της, δεν έλαβαν πρόνοια για κανέναν. Μόνο για το τομάρι τους, στέλνοντας μέρος των λαφύρων του δημόσιου πλούτου σε καβάτζες στην Ελβετία και υπεράκτιες εταιρείες. Αν φύγουν όμως δεν θα πάρουν μαζί κανέναν άλλο, μόνο την οικογένεια τους και το πολύ – πολύ και το σκύλο.
Όλους λοιπόν εμάς τους πολλούς, που εδώ γεννηθήκαμε κι εδώ θα ζήσουμε, θα μας ενώσει το πρόβλημα. Θα πρέπει εδώ, στην Πατρίδα, έχοντας πιάσει πάτο να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας για να επιβιώσουμε. Κι αυτή η επιβίωση, για να έχει βάθος χρόνου και προοπτική, για να ξαναγίνει φυσιολογική ζωή κι όχι αγώνας στην ζούγκλα με τα θηρία, απαιτεί το ξεκαθάρισμα της παράγκας και κάθε κατεργάρης να κάτσει στον πάγκο του. Τιμωρία.
(Δημοσιεύεται στην «Κυριακάτικη Δημοκρατία»)