Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

4 χρωματιστές κούπες


Λίνα Βανίδη

Άνοιξα το ντουλάπι και ξαφνικά γύρισα 28 χρόνια πίσω. 4 πλαστικά ποτήρια, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, και μπλε, 4 χρωματιστές, χωρίς χερούλι κούπες, που είχαν να χρησιμοποιηθούν από τότε που ο μπαμπάς είπε ότι δεν είναι υγιεινό να πίνουμε μέσα σε πλαστικό, με μετέφεραν πίσω, καλοκαίρι, στη Χαλκιδική. Μου ήρθε στο στόμα, μα είναι δυνατόν, η γεύση του Hemo στο γάλα. Και για κάποια δευτερόλεπτα, με το ντουλάπι ανοιχτό, έμεινα να κοιτάω, το καλοκαίρι μου, τότε που ήμουν 7, ολοζώντανο, εκεί μπροστά μου.
Η μέρα ξεκινούσε γύρω στις 10 παρά. Πλέναμε δόντια και πρόσωπο και βγαίναμε για πρωινό στο «σκιάδιο», την πετρόχτιστη προέκταση του σπιτιού. Μαρμελάδα καΐσι της γιαγιάς της Ρούλας, βούτυρο, ψωμί, ή τυρί ή δημητριακά. «Βάλτε καπέλο αν βγείτε στον ήλιο», και ή θα βασάνιζα το Γιώργο αναγκάζοντάς τον να βλέπει τις φιγούρες που είχα μάθει εκείνη τη χρονιά στο μπαλέτο ή θα σκαρφαλώναμε στον ευκάλυπτο αφού τινάζαμε τα κλαδιά του, ξεσηκώνοντας ολόκληρα σύννεφα από αχνές κίτρινες πεταλούδες. «Ελάτε να βάλετε μαγιό».
Μάσκα, αναπνευστήρας, βατραχοπέδιλα και οι τρεις ξεκινούσαμε για εξερεύνηση, η μαμά δε συμμετείχε σε αυτό. Η πλάτη στις αρχές έκαιγε από τον ήλιο αλλά κανείς δεν παραπονιόταν, τα φύκια και οι κατάμαυρες παπαδίτσες ήταν μαγευτικό θέαμα. Αργότερα θα μαθαίναμε να πιάνουμε και χταπόδια, αλλά αυτό ήταν αργότερα. Αρκετή ώρα μετά, τα δόντια του Γιώργου χτυπούσαν, τα χείλια του είχαν γίνει μωβ και τα δάχτυλα, χεριών-ποδιών, είχαν «παππουδιάσει» από το νερό αλλά «λίγο ακόμη ρε μαμά, καλά είμαι, δεν κρυώνω».
Αν ο κος Νικηφόρος δεν είχε βγάλει αχινούς, είχε αγγουράκι, ντομάτα, ψωμί, φέτα και πεπόνι κάτω από την ομπρέλα και τα μαζεύαμε για επάνω. Μετά το ντους με κρύο νερό, εγώ σκαρφάλωνα επάνω στην κουκέτα, ο Γιώργος έμενε κάτω, και θυμάμαι να προσπαθώ να μετρήσω τα «τζι τζι τζι» των τζιτζικιών, αλλά ο ύπνος πάντα κέρδιζε την αριθμητική.
Όταν άνοιγα τα μάτια μετά από το χάδι του μπαμπά στα μαλλιά, το φιλί της μαμάς στο μάγουλο και το κλασσικό «άντε φτάνει, σηκωθείτε, βράσατε στον ύπνο», άπλωνα το χέρι προς τα κάτω και όταν ο Γιώργος μου γαργαλούσε τα δάχτυλα σηκωνόμασταν. Στο σπίτι της κας Ρέας, η «μάμα-Ρέα» μας κερνούσε γιαουρτοζελέ με ασπρισμένα αμύγδαλα ή βανίλια υποβρύχιο σε παγωμένο νερό. Και η ώρα είχε πάει 7.
Στο σύνολο, ήμασταν 5, ο Γιώργος, ο Ερμής-Κωνσταντίνος, ο Βασιλάκης, η Έλζα κι εγώ, και η ώρα περνούσε με πινγκ-πονγκ, ανεβάσματα θεατρικών παραστάσεων, βόλτες με τα ποδήλατα μέχρι το κάμπινγκ για παγωτό κερασμένο από το θείο Τάκη, εξερεύνηση στο εκκλησάκι στο βάλτο, ανάγνωση Μίκυ Μάους, παιχνίδι στις «κατασκευές» (ένα ξύλινο κατασκεύασμα-δημιουργία του μπαμπά μου) ή ιστορίες τρόμου στην αιώρα της Ρέας.
Ανάλογα σε ποιανού το σπίτι ξεμέναμε κατά τις 9μιση, τρώγαμε βραδινό. Σουβλάκι στου Βασίλη, ψωμί με κασέρι και πάριζα στου Ερμή ή σάντουιτς με λουκάνικο σε εμάς. Και μετά κρυφτό, που συνήθως πάντα κατέληγε σε καυγά και τον Ερμή να κλαίει γιατί «αυτό δεν είναι δίκαιο!».
Το σύνθημα ακουγόταν γύρω στις 11μιση, ο «αυστηρός» μπαμπάς, ο δικός μου, «μοίραζε» με μια φωνή τα 5 παιδιά στα σπίτια τους. Και η οικογένεια ανέβαινε μέχρι την πάνω πόρτα του οικοπέδου για να την κλείσει, σταματώντας έτσι όπως επιστρέφαμε για να δούμε τα αστέρια ψηλά ή τις πυγολαμπίδες χαμηλά ενώ τα κορίτσια αφήναμε τα αγόρια να εκτελέσουν το βραδινό τελετουργικό, να κατουρήσουν από το συρματόπλεγμα στο διπλανό οικόπεδο.
Η άχαρη στιγμή του πλυσίματος των ποδιών στην έξω βρύση που είχαν φωλιά τα βατράχια (τι τρόμος Θεέ μου), έδινε τη θέση της στο πλύσιμο των δοντιών και στο γλυκό βύθισμα στο κρεβάτι. Τα δάχτυλά μου ξανάμπλεκαν με του Γιώργου για καληνύχτα εκτός αν μου έδινε την πατούσα του αντί για την παλάμη του, πράγμα που έκανε τον ίδιο να ξεκαρδίζεται στα γέλια και τον μπαμπά να λέει από το άλλο δωμάτιο, «φτάνει τώρα, καληνύχτα».
Ήταν μάλλον η αίσθηση της πικέ κουβέρτας στα πόδια, το μαξιλάρι που μύριζε αντηλιακό, η ταμπλέτα του Bayvap στον αέρα και το νερό που πότιζε τα νυχτολούλουδα μαζί με τις ψιθυριστές κουβέντες των γονιών που χάζευαν το φεγγάρι χέρι-χέρι που μου έδιναν την αίσθηση ότι αυτό ήταν για πάντα. Και τα βλέφαρα κλείνανε.
Τέντωσα το χέρι στο πιο πάνω ράφι και έπιασα το τρυπητό, γι’ αυτό είχα ανοίξει εξάλλου το ντουλάπι. «Μα τι κάνεις τόση ώρα», ρώτησε η μαμά μου. «Τις κράτησες», της είπα, «αλλά εσύ δεν κρατάς παλιά πράγματα». Κατάλαβε. «Τα καλοκαίρια δεν είναι παλιά πράγματα», μου απάντησε. «Σ’ αγαπώ», της είπα. «Κι εγώ καρδούλα μου».
*Στο Γιάννη, την Τία και το Γιώργο.