Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Η επιστράτευση και οι συμβολισμοί


Γιάννης Σφήκας
Ο υστερικός δημόσιος διάλογος στην χώρα βρήκε νέο θέμα για να ασχοληθεί. Από έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ μέχρι το facebook και το twitter τα ευφυολογήματα δίνουν και παίρνουν ενώ ενίοτε η κατάσταση θα ξεφύγει και τραγελαφικοί διάλογοι θα τροφοδοτήσουν νέο γύρο αντιπαραθέσεων.
Αυτή τη φορά το θέμα είναι η πολιτική επιστράτευση των καθηγητών που αποφάσισε η κυβέρνηση ενόψει της επικείμενης απεργίας της ΟΛΜΕ κατά τη διάρκεια των πανελλαδικών εξετάσεων. Από τη μία πλευρά, οι υπερασπιστές της απόφασης για χάρη της αποκατάστασης του «νόμου και της τάξης» και από την άλλη οι μονίμως και κατ’ επάγγελμα θιγόμενοι από τις κυβερνητικές αποφάσεις. Ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα είναι στα «κάγκελα»: υστερικός και με χρήση ακατέργαστων συνθημάτων διεγείρει κατώτερα ένστικτα και οδηγεί την συζήτηση σε παρεκτροπή. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, και οι δύο πλευρές παραβλέπουν την ουσία του προβλήματος.
Ας αφήσουμε προς στιγμή στην άκρη ζητήματα που αφορούν την αύξηση των ωρών διδασκαλίας και τις μεταθέσεις των εκπαιδευτικών αλλά και την αναγκαία προσαρμογή της ελληνικής εκπαίδευσης με βάση πιο αποδοτικά στάνταρτς, για να το πούμε κομψά. Η κυβέρνηση αποφάσισε να ανακινήσει το θέμα εν όψει πανελλαδικών προφανώς για να φέρει σε αντιπαράθεση με το κοινό αίσθημα την ΟΛΜΕ, που ήταν σίγουρο ότι θα αντιδράσει, και με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά να τελειώσει με αυτήν την ιστορία. Τα τελευταία χρόνια η ίδια πρακτική επαναλήφθηκε με επιτυχία. Η αντιπολίτευση αντιδρά από κεκτημένη ταχύτητα μη τυχόν και χάσει τον εναγκαλισμό κανενός παραπονούμενου για να αποκομίσει πολιτικά οφέλη κι όχι επειδή τώρα την έπιασαν οι πόνοι για τον «δίκαιο» αγώνα της ΟΛΜΕ. Όταν έκλειναν λιμάνια για το καμποτάζ ποιον πονούσε περισσότερο η αντιπολίτευση, τους εργαζόμενους στα πλοία ή τους εργαζόμενους στον τουρισμό που έβγαιναν χαμένοι γιατί τα κρουαζιερόπλοια απέφευγαν την Ελλάδα; Εξάλλου η πολιτική δεν αποτελεί κονίστρα ευγενούς άμιλλας παρά προνομιακό πεδίο για κυνικούς χειρισμούς.
Ας αφήσουμε ακόμα, ανεξαρτήτως διαφορετικών νομικών προσεγγίσεων, και το γεγονός ότι τόσο το αρ. 22 παρ. 4 του Συντάγματος όσο και ο ν. 3536/2007 με το άρθρο 41 παρ. 2 προβλέπουν σαφώς την επίταξη υπηρεσιών για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης σε περίοδο ειρήνης σε περιπτώσεις θεομηνίας ή κινδύνου για την δημόσια υγεία.
Στη δημοκρατία έχουμε την πολυτέλεια του διαλόγου και της άσκησης δικαιωμάτων. Ναι, είναι τραγικό να παίζεται στις πλάτες μικρών παιδιών το πολιτικό παιχνίδι με τίμημα το ίδιο τους το μέλλον. Αλλά η κυβέρνηση φέρει την μεγάλη ευθύνη της επιλογής του χρόνου που ανακίνησε το ζήτημα όσο και της προσφυγής σε μια πρακτική που παραπέμπει σε αυταρχικά καθεστώτα. Κι από την άλλη, η αντιπολίτευση με την μεγάλη επιρροή που ασκεί στα συνδικάτα φέρει το ανάλογο μερίδιο ευθύνης, γιατί συνεχίζει να παίζει το ίδιο παιχνίδι, κι εκείνη, εις βάρος των παιδιών.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι νομικό αλλά συμβολικό. Ειδικά σήμερα, που δεξιοί και αριστεροί αμφισβητίες της δημοκρατίας και των πλεονεκτημάτων της χρησιμοποιούν έναν αφόρητα λαϊκιστικό λόγο, οι συμβολισμοί αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Η κυβέρνηση κάνοντας χρήση μιας αυταρχικής πρακτικής και παίζοντας το παιχνίδι της «εφαρμογής του νόμου και της τάξης» δεν διαφέρει  σε τίποτα από τις προηγούμενες κυβερνήσεις που, για λόγους προοδευτικότητας και «πολιτικής ορθότητας», έκρυβαν προβλήματα, όπως το μεταναστευτικό, κάτω από το χαλί με τις σημερινές συνέπειες. Πώς λοιπόν αυτοί που σήμερα ερμηνεύουν τον νόμο κατά το δοκούν θα αντιπαραβάλουν μεθαύριο την επιβολή της νομιμότητας στους, κυρίως εκ δεξιών αλλά και εξ' αριστερών, έμπρακτους αμφισβητίες της δημοκρατίας;