Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Φλογέρες Χριστουγεννιάτικες


Δεκαετία 70. Αρχές. Νοστάλγησα εκείνη την δεκαετία – ορόσημο. Μόλις άρχισα να θυμάμαι τον εαυτό μου και τον βλέπω να κοιμάται τα βράδια με μεγάλη χαρά στην στολισμένη τραπεζαρία σε μια ντιβανοκασέλα. Μετά την κούνια μου ήταν το πρώτο μου κρεβάτι. Δυάρι το σπίτι, κουζίνα, χολ, μπάνιο, μια κρεβατοκάμαρα και μια τραπεζαρία. Όμορφες καρό ζεστές κουβέρτες με κρόσσια για να σκεπάζομαι, διακοσμητική και γιορτινή μια πλεκτή με αμέτρητες χοντρές πλεξούδες  από άσπρο και πράσινο μαλλί φτιαγμένη με χοντρές βελόνες- νομίζω ότι ήταν αυτοσχέδιες βελόνες από κρεμάστρες ρούχων. Tι σκέπτονταν τότε οι γυναίκες για να δημιουργούν! Απέναντι μου κάθε βράδυ το δεντράκι στολισμένο με πολύχρωμα φωτάκια, έπεφτε σαν χιόνι η πάχνη από πάνω που έκανε θολούς κύκλους γύρω από τα φωτάκια, όπως όταν δακρύζουν τα μάτια. Το τζάμι ήταν στολισμένο με τα σχέδια του έλατου, της καμπάνας, του άστρου, του έλκηθρου. Άσπρα, πάλλευκα, χιονισμένα, εναρμονισμένα με το χρόνο. Όλα εκεί σαν να περιμένουν τα αστέρια του ουρανού να κατέβουν για να χορέψουν φωτοβολώντας έξω από το μπαλκόνι.
Κάθε βράδυ έκλεινα τα μάτια έχοντας την τελευταία εικόνα του φωτισμένου, μέσα στην πάχνη, δέντρου και το λευκό των τζαμιών που άφηναν ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες για να φέγγει η νύχτα και έκανα το πιο όμορφα όνειρα. Κανένα από αυτά δεν θυμάμαι, αλλά θυμάμαι ότι κοιμόμουν τόσο γλυκά και ξυπνούσα ακόμα γλυκύτερα. Για την ακρίβεια δεν ήθελα να ξημερώσει. Ήθελα να φαντάζομαι να πετά ο Αϊ-Βασίλης στον ουρανό και να περιμένω να μου φέρει το κόκκινο τηλέφωνο με τα κουμπάκια που είχα ζητήσει. Και τα αστέρια να πιάνουν κουβέντα στον ουρανό και οι διάλογοι να εκφράζονται με χρώματα. 
Μέχρι και τα δέκα μου ήμουν μοναχοπαίδι. Τα πήγαινα περίφημα και με την μοναξιά μου. Από τότε μου έμεινε να μιλώ μόνη μου. Διαλόγους ολόκληρους, κουβέντες, καυγάδες, ό,τι θέλεις. Με τις ώρες. Δεν φοβήθηκα ποτέ να κοιμάμαι απομονωμένη από τους γονείς μου σε άλλο δωμάτιο. Ακόμα και στο χωριό όταν πηγαίναμε, κοιμόμουν μόνη στην τεράστια  σάλα  της γιαγιάς με τους ψηλούς τοίχους και τα θεόρατα παράθυρα ανοιχτά για να βλέπω τη νύχτα. Τι έλεγα; Α… έπαιρνα, λοιπόν,  πάντα δύο δώρα. Άλλο τα Χριστούγεννα, άλλο την Πρωτοχρονιά. Το πρώτο το είχα ζητήσει. Το δεύτερο μου το έκαναν έκπληξη. Μια Πρωτοχρονιά βλέπω να με περιμένει δίπλα στην ντιβανοκασέλα ένα ψηλό και μακρύ κουτί. Το κοίταξα με περιέργεια. Το σήκωσα και το κούνησα. Ήταν από πάνω μέχρι κάτω γεμάτο. Το άνοιξα και βρήκα ένα οπλοπολυβόλο. Κοίταξα απορημένη τον μπαμπά μου. «Δεν σου αρέσει; Παιχνίδι είναι και αυτό για αγοράκια», μου είπε. Δεν ρώτησα ποτέ τον πατέρα μου πώς του ήρθε και μου αγόρασε ένα όπλο. Ήταν απωθημένο του; Ήταν υπονοούμενο; Ποιος ξέρει! Πήγαμε στην Πολυκλείτου μαζί, το αλλάξαμε και δεν θυμάμαι καν τι παιχνίδι πήρα. Θυμάμαι, όμως, το όπλο. Πώς το θυμάμαι αυτό το όπλο! Ίσως θα έπρεπε να το κρατούσα, να το είχα ως κειμήλιο από τα παιδικά μου χρόνια. Καμιά φορά ρωτώ τη μάνα μου: «Πώς του’ρθε, ρε μαμά, του μπαμπά και μου αγόρασε εκείνο το όπλο;» Και με πιάνουν τα γέλια και τα κλάματα μαζί.   
Από τη δεκαετία του 70 και την παιδική μου ζωή θυμάμαι όμορφα Χριστούγεννα, χαρούμενες πρωτοχρονιές, με πολύ κόσμο, καλούς φίλους του τότε, που είχαν κοινούς μόχθους με τους γονείς μου και ζεστές καρδιές. Γλυκά, πολλά χειροποίητα γλυκά- είναι χρυσοχέρα η μάνα- και πολλά ταψιά με φαγητά. Νόστιμες σαλάτες, ραπανάκια με σχεδιάκια, τυριά  όλων των ειδών με το αγαπημένο ροκ-φορ του μπαμπά, μοσχαράκι της κατσαρόλας σε φέτες (αργότερα έμαθα ότι το’λεγαν νουά) με τη δεμένη σάλτσα, ρυζάκι με αρακά στολισμένο στην πιατέλα σε σχήμα φόρμα που κατέληγε σε καρδούλα- θυμάστε τις φόρμες ζελέ της τάπερ; Άφθονους ξηρούς καρπούς, δεν σταματούσα να τρώω τα φυστίκια Αιγίνης, και γλυκά, ατέλειωτα γλυκά. Από τούρτες που δεν ήξερα από ποια να πρωτοξεκινήσω μέχρι τις μαεστρίες της μαμάς μου. Και το σπίτι να μυρίζει γιορτή. Μέσα και έξω. Χρήστος ο μπαμπάς, Βασιλική η μαμά.
Δεν παραπονιέμαι, καλά είμαι και τώρα, ίσως και καλύτερα από ποτέ. Αλλά κάθε που έρχονται Χριστούγεννα και πρωτοχρονιά, πετώ εκεί πίσω. Γίνομαι ό,τι ήμουν και κλείνω τα μάτια για να συναντήσω το δεντράκι με την πάχνη και τα θολά φωτάκια. Και ενώ χαμογελώ, πάντα δακρύζω. Και θέλω να κρυφτώ σε εκείνη την ντιβανοκασέλα με τις καρό μου κουβέρτες με τα κρόσσια μου. Και ας μην είχα το δικό μου δωμάτιο και ας μην είχα το παιδικό κρεβάτι.