Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Δεν είμαι ρατσιστής, κιτρινιάρη!



Μεγάλη Παρασκευή, κολάστηκα. Αλλά ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου. Εξηγούμαι.
Καθίσαμε το μεσημέρι με τον κολλητό να τσιμπήσουμε κάτι. Τα τραπέζια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, ο κολλητός απέναντί μου και πίσω μου η τετραμελής οικογένεια. Εκείνος είχε μαζί τους οπτική επαφή κι εγώ ακουστική.
Μου τους περιέγραφε με χαμηλή φωνή, συνωμοτικά: όλοι τους ακριβά ντυμένοι, το κορίτσι ρεπλίκα της Κιμ Καρντασιάν, το μικρότερο αγοράκι με ύφος σας-βαριέμαι-αλλά-δεν-μπορώ-να-κάνω-κι-αλλιώς. Το κορίτσι ηδυπαθώς να βγάζει  κραγιόν για να διορθώνει το μακιγιάζ, από το Louis Vuitton τσαντάκι. Γνήσιο, εννοείται, και μη ρωτήσετε πώς το ξέρω, σε κάτι τέτοια δεν πέφτουμε έξω - ούτε εγώ, ούτε ο κολλητός.
Η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το ποιος θα κάνει μαθήματα οδήγησης στο κορίτσι κι αν θ’ αγοράσει Smart ή Toyota. Ο πατέρας τρολλάριζε συνέχεια, βρίζοντας τη Γερμανία και τη φυλή των Γερμανών. «Μολυσμένη φυλή» έλεγε, παρόλο που ήταν πρόθυμος να πληρώσει τη Mercedes Benz για να αγοράσει Smart στο κοριτσάκι. Μια μιλούσαν για το δίπλωμα και το αμάξι και μια πεταγόταν ο πατέρας για να μιλήσει για τη «μολυσμένη φυλή». Επειδή είχα κι εγώ συζήτηση, δεν πολυέδινα σημασία, αλλά άκουσα καθαρά τον πατέρα να λέει εμφαντικά «Εγώ δεν είμαι ρατσιστής».
Σε κάποια στιγμή άρχισε να αναλύει την έννοια «Εγώ δεν είμαι ρατσιστής» εξηγώντας στα παιδιά του ποια είναι η ηγεσία της Γερμανίας σήμερα. «Προσέξτε για τι λαό μιλάμε», τους τόνισε. «Ο Υπουργός Εξωτερικών είναι αδερφή. Ο … (δεν κατάλαβα ποιος) είναι Εβραίος. Εβραίος! Η Πρωθυπουργός είναι κομμουνίστρια. Ο Υπουργός Οικονομικών, σακάτης. Κι ο Αντικαγκελάριος είναι κιτρινιάρης!».
Ένιωσα τη σιχασιά που τον διαπέρασε προφέροντας τις λέξεις "αδερφή", "Εβραίος", "κομμουνίστρια", "σακάτης" και "κιτρινιάρης". Αν δεν έλεγε το «κιτρινιάρης» δε θα γινόταν η έκρηξη μέσα μου, πόσο μάλλον επειδή ο Ρέσλερ δεν ανήκει στις συμπάθειές μου (και δεν είναι και Αντικαγκελάριος). Αλλά δεν μπόρεσα να καταπιώ τη λέξη «κιτρινιάρης» και -απίστευτο- βρέθηκα να παρεμβαίνω σε ξένη συζήτηση για να υπερασπιστώ το χρώμα ενός ανθρώπου που μου είναι αντιπαθής κι αγνοεί παντελώς την ύπαρξή μου.
«Κι εσείς δεν είστε ρατσιστής, κύριε;», γύρισα και είπα με θυμό. «Ο ένας είναι σακάτης, ο άλλος Εβραίος, ο τρίτος αδερφή, η άλλη κομμουνίστρια κι ο τελευταίος κιτρινιάρης, ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ;».
«Όχι, κυρία μου, δεν είμαι ρατσιστής!», γύρισε κι αυτός, για πρώτη φορά αντιλαμβανόμενος ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι γύρω απ’ τον μικρόκοσμο της τετραμελούς ευκατάστατης οικογένειάς του. «Εμένα η μητέρα μου ήταν σε αναπηρικό καροτσάκι κι έχω ευαισθησία με τους ανάπηρους, αλλά αυτοί σκοτώνουν τον κόσμο», υπερασπίστηκε τον εαυτό του.
«Και τι είναι ρατσισμός αν δεν τον εκφράζετε εσείς χρησιμοποιώντας τη λέξη "κιτρινιάρης"; Δε θα σας μιλούσα, φυσικά, αν δεν είχατε διευκρινίσει προηγουμένως ότι δεν είστε ρατσιστής», επέμεινα. Ήμουν αγενέστατη, δεν το συζητώ. Δεν έδωσε συνέχεια, ούτε εγώ.
Ο κολλητός είχε ψιλοπαγώσει. Εκείνος έβλεπε τη ρεπλίκα της Κιμ Καρντασιάν κι εγώ άκουγα τον πατέρα να μιλά για την αδερφή, τον Εβραίο, τον σακάτη, την κομμουνίστρια και τον κιτρινιάρη.
Μετά από λίγα λεπτά έφυγαν. Έτσι κι αλλιώς, η μητέρα είχε διευκρινίσει προηγουμένως ότι θα πάνε να πάρουν καφεδάκι από το «Mikel» (ορκίζομαι!)
Δεν αμφιβάλλω και καθόλου ότι προηγουμένως είχαν προσκυνήσει ευλαβικά τον Επιτάφιο κι ότι η ρεπλίκα της Κιμ Καρντασιάν είχε ανοίξει, στη συνέχεια, το τσαντάκι Louis Vuitton των 400 ευρώ κι είχε βάλει ηδυπαθώς στα χείλη της το ροζ κραγιόν, ενώ ονειρευόταν ότι οδηγεί το Smart της.