Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Προσωπική Ανάσταση


Μεθαύριο κλείνω 15 χρόνια άνεργος. Μάης του 1998 ήτανε όταν ξύπνησα ένα πρωί και μόλις είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη έβαλα τα κλάματα. Ήμουν 27 ετών τότε και ξαφνικά με είδα μπροστά μου στα 60 και τρόμαξα. Είχα καράφλα, κοιλιά και κόμπλεξ μιας χαμένης ζωής, κοίταζα τους νέους και τους μισούσα, τους κατέκρινα, κι είπα μέσα μου πως δεν είναι δυνατόν να περάσω όλη μου τη ζωή έτσι κι έτσι να καταντήσω στο τέλος. Ήμουνα πλέον βέβαιος πως δεν συμφέρει να δουλεύει κανείς, μόνο και μόνο για να ζει. Δεν συμφέρει καθόλου, όσα λεφτά κι αν βγάζει, να περνά τη ζωή του κατ’ αυτό τον τρόπο. Να νοικιάζει τις ώρες της για να παίρνει φράγκα κι ύστερα να τα δίνει πάλι λίγα λίγα πίσω για να επιβιώνει, κι εν τω μεταξύ να μπαινοβγαίνουνε οι άνοιξες και να μην τις παίρνει ούτε μυρωδιά, κάτι δεν πάει καλά με αυτό το σύστημα, έτσι σκεφτόμουνα.
Έβλεπα και τους πιο μεγάλους που λέγανε άντε να πάρω σύνταξη να ζήσω τη ζωή μου και είχα κατασταλάξει στην απόφαση πως δεν με νοιάζει τίποτα, μόνο να ζω την κάθε μέρα θέλω, σαν να ναι να πεθάνω την επόμενη.
Πήγα λοιπόν στη δουλειά και παραιτήθηκα, είπα ένα μήνα ακόμα θα κάτσω και μετά μην τον είδατε, πήγα και στην εφορία κι έκανα διακοπή επαγγέλματος, με δελτίο παροχής ήμουνα τότε. Μου λέει ο υπάλληλος, γιατί τα κλείνεις τα βιβλία σου ρε παιδί, δεν έχει δουλειά; Του λέω βγαίνω στη σύνταξη. Με κοίταξε με οίκτο. Μη στεναχωριέσαι παλικάρι μου, μου λέει, κάτι άλλο θα βρεις να κάνεις, κανείς δεν χάνεται!
Γελαστός έφυγα από τον γκισέ. Γελαστός είμαι μέχρι τώρα που κλείνω 15 χρόνια έξω από το σύστημα που θέλει τους ανθρώπους εργαζόμενους ή άνεργους. Γελαστός αντιμετώπιζα πάντα όλους τους εθισμένους κι αποκοιμισμένους εντός αυτού, που λέγανε πως είμαι άνεργος κι ακαμάτης, επειδή έκανα ό,τι τραβούσε η ψυχή μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν άνθρωπο, συνταξιούχος καπετάνιος στην ηλικία του πατέρα μου και παλιός του γνωστός. Όποτε σε βλέπω ρε Γιαννάκη, μου λέει, σκέφτομαι τον κακομοίρη τον πατέρα σου, που σε σπούδασε κι εσύ αντί να προοδέψεις, ασχολείσαι με μαλακίες. Εγώ έχω ένα γιο στην ηλικία σου, έκανε μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, ύστερα ήρθε εδώ και μπήκε σε ένα νοσοκομείο και δουλεύει στα μηχανήματα και έχει το μισθό του μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει, πήρε και μια γυναίκα νοσοκόμα από κει μέσα, τώρα έχει και δυο παιδιά και τελείωσε. Τελειωμένος είναι ο γιος μου κι εσύ ακόμα δεν άρχισες, μεγάλη πίκρα θα χει ο πατέρας σου, έτσι ακριβώς μου είπε, Θεός σχωρέστον τον άνθρωπο, κι εγώ κουνούσα το κεφάλι μου, εγώ δεν θέλω να τελειώσω όμως καπτάνιε, του απάντησα, δεν θέλω να γίνω από τώρα ένας τελειωμένος. Δεν κατάλαβε τίποτα φυσικά. Κατάλαβα εγώ όμως για μια φορά ακόμα και ανακουφίστηκα ξανά με την απόφασή μου.
Πέρασαν αισίως 15 χρόνια και συνεχίζω τη ζωή σαν σε διακοπές από τον θάνατο. Προχτές είδα σε μια τράπεζα έναν νεαρό υπάλληλο γραβατωμένο να τσαντίζεται επειδή οι συνταξιούχοι βιάζονταν να εξυπηρετηθούν και μες στην αγανάκτησή του μονολογούσε: Εγώ άμα είχα την τύχη τους να ‘μουν συνταξιούχος, δεν θα με ένοιαζε τίποτα…
Για σκέψου…

Γιάννης Μακριδάκης

Πηγή "Το ημερολόγιο ενός ανέργου"