Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Αγρύπνια…


Αννίτα Λουδάρου







«Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»
Διονύσιος Σολωμός
Μιλούν οι παλιοί για τις μέρες τους και νοσταλγούμε. Κάτι που ξεχάσαμε, κάτι που δεν προλάβαμε ποτέ να ζήσουμε. Μια άλλη ζωή με πολλές πολλές λεπτομέρειες, με ξεχωριστές στιγμές και ευωδιαστές λεβάντες στα ασπρόρουχα.
Τότε που οι άνθρωποι είχαν φωνή και μιλούσαν. Και ο λόγος είναι για τον άνθρωπο ό,τι είναι τα φτερά για τα πουλιά. Ζήσανε πόλεμο, φτώχεια, κακουχίες.
Ο εχθρός, όμως, ήταν ορατός και το σωτήριο μίσος δυνάμωνε την ελπίδα για την αυριανή μέρα. Αντέχει ο άνθρωπος όταν έχει κάτι σημαντικό να υπερασπιστεί.
Μετά από χρόνια η Ελλάδα του Μνημονίου, ίσως να περιγράφεται σαν την Ελλάδα της θλίψης, του θυμού, της αφωνίας, της απελπισίας. Μια θυμωμένη, άφωνη χώρα. Μπορεί και να φοβάται τον ίδιο τον θυμό της. Τόσο εύκολο να το καταλάβουμε όταν σκεφθούμε πόσο απέχει η σημερινή μας ζωή απ΄αυτό που κάποτε ονειρευτήκαμε για μας και τα παιδιά μας.
Είναι σαν να κρατάμε από το χέρι μια παύση. Δεν ξέρω από ποιά αφήγηση δραπέτευσε, αλλά αν κρίνω από την έντασή της πρέπει να ξέκοψε από κάποιο παραλήρημα ή το κρεσέντο μιας διαφωνίας. Από το απέναντι ρεύμα μας κορνάρει μια απουσία νοήματος.
Η παύση την κοιτά κατευθείαν στα μάτια. Έτσι είναι, πολλές φορές, οι παύσεις κάνουν όλη τη βρωμοδουλειά. Είναι σαν να στεκόμαστε στη μέση του δρόμου ακίνητοι. Μπροστά μας αγανακτισμένα λογρύδια, ατάκες επανάστασης, αγώνες επιβιώσης, πορείες συμβίωσης, φωνές μαζικές, αντοχές μοναχικές.
Οι άκρες της παύσης -θα το θυμόμαστε- είναι οι άνω τελείες. Αυτό το μικρό κάτι που κρατά την αναπνοή, αφήνοντας όμως την αδιόρατη αίσθηση πως αυτό που ζούμε, δεν είναι οριστικό.
Αυτό το μικρό κάτι που μας κρατά από τον ύπνο της μελαγχολίας και της συνώνυμης τυφλής βίας.
Αυτό το κράτημα της αναπνοής προκειμένου να συνδεθούμε με ό,τι μας κάνει πιο ελεύθερους. Την αλληλεγγύη, την επιείκια στον αδύναμο, τη γενναιοδωρία, τη καλοσύνη, Με ό,τι δηλαδή δεν μας κρατά έμμονα και ψυχαναγκαστικά δεμένους σε μια απλή επιβίωση.
Αυτό το μικρό κάτι που αγρυπνά και μας απομακρύνει από την φτώχεια και την ερημιά.
Αυτό το μικρό κάτι, που νικά το κομμάτι μας εκείνο που, ακόμα και την ύστατη στιγμή, ακολουθώντας το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» θα αδιαφορήσει για την κατάρευση του σύμπαντος, φθάνει να τη βγάλει κάπως καθαρή.
Αγρύπνια ο απομυθοποιητής. Η φλόγα που λιώνει τον φόβο για τη σκέψη της αυριανής μέρας. Ο σύμμαχος των ξεκάθαρων περιγραμμάτων, των ακριβοδίκαιων λέξεων.
Αγρύπνια που στέκει δίπλα μας και περιμένει να την επιλέξουμε.
Αν σκεφθείς πως είμαστε ξένοι και είμαστε ίδιοι και συναντιόμαστε σε μέρη άγνωστα και είμαστε άγνωστοι σε μέρη γνώριμα, και είσαι δίπλα μου στο δρόμο χωρίς να το ξέρω και είμαι δίπλα σου στο λεωφορείο χωρίς να με δεις. Τότε είναι η αγρύπνια που με κάνει, ενώ δεν σε καταλαβαίνω και ενώ δεν με ακούς, να θέλω να μιλήσω στη γλώσσα σου και να θέλεις να μάθεις τη δική μου.
Είναι η αγρύπνια που φέρνει πιο κοντά τα λόγια του Α. Gramsci :
«Μισώ τους αδιάφορους και γι΄αυτό: Γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ΄αυτούς με ποιόν τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι΄αυτό που έκανε και ειδικά γι΄αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου και δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυα μου».
Είναι η αγρύπνια που μας κρατά δυνατούς στους ταραγμένους καιρούς. Φθάνει να της το επιτρέψουμε.